Αχτσιόγλου: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιθυμεί έναν νόμο με τον οποίο πτωχεύουν οι πάντες

Δήλωση της Έφης Αχτσιόγλου, βουλευτή Επικρατείας και τομεάρχη Οικονομικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

 

“Παραποιήσεις, αντιφάσεις και προπαγανδιστικά τρικ από το Υπ. Οικονομικών”

 

14/4/2021

 

Με εξόφθαλμες παραποιήσεις και έκδηλες αντιφάσεις το Υπουργείο Οικονομικών επιχείρησε ανεπιτυχώς να στήσει μια απάντηση, για να επιτεθεί στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την επανεκκίνηση της οικονομίας και να κάνει αντιπολίτευση με κλισέ. Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Αυτό το έχουμε συνηθίσει.

 

Το χειρότερο είναι ότι αρνείται ευθέως την κοινωνική πραγματικότητα, αρνείται (!) ότι υπάρχει πρόβλημα υπερχρέωσης των νοικοκυριών, αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προσβάλλοντας τελικά ευθέως τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας που αγωνιά.

 

1. Με την απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, η κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι:

– Απορρίπτει τη ρύθμιση χρεών με κούρεμα οφειλής για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

– Απορρίπτει τη στήριξη των θέσεων και των σχέσεων εργασίας σηκώνοντας τα χέρια ψηλά μπροστά σε νέο κύμα ανεργίας και φτωχοποίησης.

– Απορρίπτει την ουσιαστική ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

– Επιμένει στον πτωχευτικό της νόμο που οδηγεί σε μαζικές πτωχεύσεις νοικοκυριών, εκκαθάριση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δημεύει λαϊκές περιουσίες και την πρώτη κατοικία.

 

2. Σε ό,τι αφορά τα χρέη της πανδημίας το Υπουργείο Οικονομικών προβαίνει σε μια πρόδηλη λαθροχειρία εντός της ανακοίνωσής του. Υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ψεύδεται ότι τα χρέη της πανδημίας προς Δημόσιο και Τράπεζες είναι 17 δισ., διότι τα νέα χρέη προς την Εφορία (και μόνο) είναι 5,1 δισ. μέχρι το τέλος του 2020. Αφαιρεί δηλαδή σκοπίμως από την ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, για να κατηγορήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να παρουσιάσει τεχνητά μειωμένο το πρόβλημα. Η αλήθεια είναι ότι τα νέα χρέη που δημιουργήθηκαν στην πανδημία μέχρι τέλος του 2020 είναι 17 δισ., 10 προς τις Τράπεζες (όπως έχει επισήμως επιβεβαιώσει η ΤτΕ) και 7 δισ. προς το Δημόσιο. Ας ξανακοιτάξει λοιπόν τα δεδομένα και την ανακοίνωσή του.

 

3. Τα μέτρα ρευστότητας που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ και τα υποτιθέμενα “λάθη” που εντοπίζει  το Υπουργείο Οικονομικών στην κοστολόγησή τους:

 

–      Με εξόφθαλμη παραποίηση το Υπουργείο Οικονομικών πολλαπλασιάζει το κόστος του μέτρου της επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών, λέγοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διευκρίνισε ότι το μέτρο αφορά πληττόμενους, και διαψεύδοντας τα νούμερα που το ίδιο δίνει ακόμη και στην τωρινή απάντησή του. Δεδομένου ότι τα έσοδα από τις εισφορές είναι όπως παραδέχεται και το Υπουργείο Οικονομικών περί τα 1 δισ./μήνα για 2,1 εκατ. εργαζομένους, και οι εργαζόμενοι σε αναστολή είναι περίπου 600.000, το κόστος της κάλυψης των ασφαλιστικών εισφορών από το κράτος για 6 μήνες κυμαίνεται στην περιοχή του 1,5 δισ. και όχι στα 4 δισ. όπως λέει, κι αυτό είναι το ακραίο σενάριο καθώς οι εργαζόμενοι σε αναστολή είναι πρωτίστως οι χαμηλόμισθοι και όχι τα καλύτερα αμειβόμενα στελέχη που συνεχίζουν να εργάζονται κανονικά. Εκτός και αν υπολογίζει τις ασφαλιστικές εισφορές για μισθούς τύπου Φουρθιώτη και χάνει το μέτρημα…

 

–      Το κόστος από τη μη επιστροφή της επιστρεπτέας προκαταβολής αφορά το 50% των ποσών που μέχρι στιγμής έχουν καταβληθεί, δηλαδή των 6,7 δις., αφού το Υπουργείο αποφάσισε εσχάτως ότι το 50% δεν επιστρέφεται και στους πρώτους κύκλους της. Άρα ο υπολογισμός του κόστους με βάση τα μέχρι σήμερα καταβληθέντα είναι ορθός.

 

–      Σε ό,τι αφορά το μέτρο του ΣΥΡΙΖΑ για την κάλυψη τμήματος αγορών επιχειρήσεων, το Υπουργείο Οικονομικών προχωρά σε μια μεγάλη αντίφαση. Ή η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ «αντιγράφει» το θετικό όψιμο μέτρο της κυβέρνησης για την εστίαση που η ίδια το κοστολόγησε στα 300 εκατ., και άρα η εφαρμογή παρόμοιων μέτρων σε περισσότερους κλάδους όπως το λιανεμπόριο διπλασιάζει το κόστος του και είναι ρεαλιστική και θετική πρόταση, ή το μέτρο της κυβέρνησης είναι ψίχουλα που δεν ανταποκρίνεται σε καμία ανάγκη και άρα η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για το διπλάσιο ποσό και πάλι κάτι καλύτερο θα εξασφαλίζει. Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει κανένα σχεδιασμό για το πώς θα λειτουργήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αντιδρά ανερμάτιστα σε όποιον δεν την χειροκροτεί.

–      Σε ό,τι αφορά την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ρύθμιση οφειλών στις ΔΕΚΟ, το Υπουργείο Οικονομικών επιλέγει απλά να τη χλευάσει με εξυπνακισμούς όταν χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικού, νερού και τηλεφώνου, βρισκόμενες αντιμέτωπες με διακοπή παροχής υπηρεσιών.

 

Υποθέτουμε  ωστόσο ότι εφόσον το Υπουργείο Οικονομικών επέλεξε να σχολιάσει μόλις τις 4 από τις 9 προτάσεις  του ΣΥΡΙΖΑ για την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τις υπόλοιπες (μείωση ΦΠΑ εστίασης, διαγραφή τέλους επιτηδεύματος κ.λπ.) τις αποδέχεται και αναμένουμε να τις εφαρμόσει εντός των επόμενων ημερών.

 

4. Αναφορικά με τον πτωχευτικό κώδικα:

 

Το Υπουργείο Οικονομικών υπερασπίζεται για μια ακόμη φορά τον ακραία αντικοινωνικό νόμο της κυβέρνησης, που ως μόνη προτεραιότητα έχει τη ρευστοποίηση των περιουσιών των πολιτών που χρωστούν, τον νόμο με το οποίο πτωχεύουν οι πάντες, οι μισθωτοί, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι συνταξιούχοι, τα νοικοκυριά, όπως πτωχεύει μια μεγάλη επιχείρηση, και δεν τους αφαιρεί απλώς ό,τι έχουν και δεν έχουν, αλλά και ό,τι πιθανά θα αποκτήσουν τα επόμενα χρόνια, τον νόμο με το οποίο το 81% των μικρών επιχειρήσεων που αυτή τη στιγμή ασφυκτιούν οδηγούνται σε αυτόματη πτώχευση, τον νόμο που καταργεί οριζόντια και οριστικά την προστασία της πρώτης κατοικίας για όλους: μεσαία τάξη, λαϊκά νοικοκυριά, ευάλωτους πολίτες. Και επιχειρεί να τον παρουσιάσει και ως «κοινωνικό», μάλλον με την ίδια αντίληψη που και ο κ. Χατζηδάκης προσπαθεί να μας πείσει ότι η 10ωρη εργασία είναι υπέρ του εργαζόμενου…

 

Με ένα, δε, εντελώς στρεψόδικο επιχείρημα, το Υπουργείο Οικονομικών ισχυρίζεται ότι ο νόμος  ήρθε για να εναρμονίσει τον κώδικα με την ευρωπαϊκή οδηγία, όταν ο πτωχευτικός κώδικας είχε ήδη επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εναρμονιστεί με τις βασικές προβλέψεις της και ως γνωστόν η εναρμόνιση με κατευθύνσεις οδηγίας δεν γίνεται με μόνο έναν τρόπο. Απλώς η ΝΔ επιθυμεί έναν νόμο με τον οποίο πτωχεύουν οι πάντες και παραδίδει την αρμοδιότητα «λύσης» του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους στις τράπεζες, και μετά τα ρίχνει στην οδηγία (που τίποτε τέτοιο δεν προβλέπει) για να δικαιολογήσει τις επιλογές της.

 

Επαναλαμβάνει  το γνωστό  ψέμα περί χιλιάδων πλειστηριασμών επί ΣΥΡΙΖΑ, όταν κανένας πλειστηριασμός λαϊκής κύριας κατοικίας δεν έγινε επί της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μπερδεύει, δε, την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τις 120 δόσεις για τα πανδημικά χρέη με τις δόσεις του πτωχευτικού κώδικα, συγκρίνοντας μήλα με πορτοκάλια. Ό,τι χρειαστεί  για να κινηθεί ο μύλος της προπαγάνδας. Αποκρύπτει βέβαια ότι το «κούρεμα» χρέους στον νέο πτωχευτικό της ΝΔ γίνεται μόνο εφόσον έχει ρευστοποιηθεί όλη η περιουσία του πολίτη και έχει χάσει την πρώτη κατοικία του.

 

Και φυσικά διαστρεβλώνοντας την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ένα σοβαρό και σταθερό πλαίσιο ρύθμισης των ιδιωτικών χρεών με προστασία της πρώτης κατοικίας, μιλά για χάιδεμα στρατηγικών κακοπληρωτών, αποκαλύπτοντας για ακόμη μια φορά τον τρόπο που η ΝΔ αντιμετωπίζει τους πολίτες που έχουν αντικειμενική αδυναμία πληρωμής: ως μπαταχτσήδες.

 

Αναφορικά με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η ιστορία έχει καταγράψει τα 25 δισ. ευρώ ζημία που υπέστη η περιουσία του Δημοσίου την περίοδο 2010 – 2014 και όσο κι αν το επιθυμεί η κυβέρνηση της ΝΔ αυτή η καταγραφή δεν αλλάζει. Το δυστύχημα είναι ότι η ιστορία της ζημίας του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται σήμερα με σκάνδαλα όπως αυτό της Τράπεζας Πειραιώς. Βέβαια το Υπουργείο Οικονομικών στην απάντησή του δηλώνει τελικά αναρμόδιο για όλα αυτά. Προφανώς θεωρεί ότι τα χρήματα του Δημοσίου μπορεί να τα χαρίζει όπου θέλει το ΤΧΣ χωρίς η κυβέρνηση να έχει καμία ευθύνη.

 

Εν κατακλείδι θα περιμέναμε από το Υπουργείο Οικονομικών μια σοβαρότερη στάση και όχι να λειτουργεί ως προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυβέρνησης.​

Written by

Ο Μάνος Οικονομίδης είναι δημοσιογράφος. Σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας