Οι ιαχές της μνήμης διαμορφώνουν ένα μικροκλίμα βαθύτερης πραγματικότητας, σε κάθε χώρα η οποία, με την ταυτοτική ιδιότητα του έθνους, σεργιανίζει στις διαδρομές του μέλλοντος, με τη συγκριτική υπεραξία μιας πληθωρικής ιστορικής κληρονομιάς.
Η Ελλάδα είναι ένα από τα λιγοστά έθνη στον κόσμο, μπροστά στα οποία το διαρκές μέλλον της ανθρωπότητας κοντοστέκεται με πληθωρισμό σεβασμού και αναγνώρισης, για την αυτοτελή συνδρομή στην κοινή πρόοδο. Οι ιδέες που γεννήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα, με μήτρα έμπνευσης το μαιευτήριο Δημοκρατίας της κλασικής Αθήνας, έσπρωξαν την ανθρωπότητα μπροστά. Και κληρονόμησαν στο ιδεολογικό κίνημα του Διαφωτισμού και τη συμπεριφορική νοοτροπία της Αναγέννησης, το χρέος να πάνε ακόμη πιο μπροστά την ανθρωπότητα, ως υπέρτεροι επιταχυντές της δικής τους ιστορικής συγκυρίας.
Σε μια επώδυνη αντίθεση με εκείνα τα χρόνια, που προηγήθηκαν και χαρτογράφησαν τη δική μας εποχή, η τρέχουσα εθνική συγκυρία φαντάζει ντροπιαστική. Με αφετηρία τις μοιραίες εκλογές του «λεφτά υπάρχουν» του 2009, την ένταξη στον μηχανισμό στήριξης των Μνημονίων και την εθνική καταστροφή που συνόδευσε την κοινωνική φτωχοποίηση των «προγραμμάτων στήριξης», με παράλληλη συρρίκνωση της εθνικής αυτοδιάθεσης, η σημερινή Ελλάδα κατατάσσεται στα «failed states». Ένα έθνος σε παρατεταμένη, σύνθετη, πολυεπίπεδη και πολυπαραγοντική παρακμή.
Κυρίως όμως, ένα έθνος σε παγιωμένη παρακμή, με τη φθορά να έχει μολύνει, περίπου ως αυτοάνοσο, κάθε πτυχή του δημοσίου βίου, αλλά και κάθε γειτονιά ατομικής και συλλογικής τοποθέτησης σε επίπεδο κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η εθνική τραγωδία των Τεμπών λειτουργεί ως πυροκροτητής της αντίδρασης της κοινωνίας σε αυτή την παρακμή. Της απόγνωσης που αισθάνεται η κοινωνία για αυτή την παρακμή. Της αντίστασης στη φθορά.
Η «πυρόσφαιρα» παρακμής που πλανάται πάνω από τη χώρα η οποία γέννησε τη Δημοκρατία, δύσκολα θα παραμεριστεί, όσο από το εθνικό αφήγημα απουσιάζουν ελκυστικά ηγετικά αποτυπώματα, που θα εμπνεύσουν και θα παρακινήσουν.
Ο συνδυασμός μιας τόσο ατροφικής ηγεσίας, με τις βαθιές ρωγμές σε επίπεδο ηθικής και αξιοπρέπειας, οδηγεί σε κανονικοποίηση της φθοράς.
Του Μάνου Οικονομίδη
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αξία”, το Σάββατο του Λαζάρου, 12 Απριλίου 2025