Μητσοτάκης: Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας

Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην εναρκτήρια

εκδήλωση του forum «Η Ελλάδα το 2040»

 

 

Κύριε Πρόεδρε, κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι,

 

Καταρχάς επιτρέψτε μου να εκφράσω εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, τα θερμά μου συγχαρητήρια για τη σπουδαία  δουλειά την οποία έχετε κάνει στην δύσκολη ομολογουμένως προσπάθειά σας να αποτυπώσουμε τις μεγάλες προκλήσεις  που αντιμετωπίζει η χώρα σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα και να κάνουμε προβλέψεις για το έτος 2040, χωρίς να καταφύγουμε  στην αστρολογία ή στη μεταφυσική μαγεία,  αλλά στηριζόμενοι σε πράγματα και  δεδομένα τα οποία ήδη από σήμερα γνωρίζουμε.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουν επιχειρηθεί αντίστοιχες προσπάθειες, να αποτυπωθεί ο κόσμος κάποιες δεκαετίες σε σχέση με το σημείο αναφοράς που ξεκίνησαν αυτές οι προσπάθειες.

 

Κύριε Πρόεδρε, το 1949  κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο με τίτλο «Η μεγάλη ελπίδα του 20ου αιώνα» ο στόχος του βιβλίου ήταν  να σκιαγραφήσει πώς θα ήταν ο κόσμος το 2000, δηλαδή 50 χρόνια στο μέλλον. Στις σελίδες του, μάλιστα, ο συγγραφέας είχε επιχειρήσει και ορισμένες πολύ τολμηρές προβλέψεις.

 

Αρκετές απ’ αυτές  επιβεβαιώθηκαν τις επόμενες δεκαετίες: τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, η οποία τουλάχιστον στην Ευρώπη ήταν πραγματικότητα μέχρι τουλάχιστον τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Τη συνταξιοδότηση των εργαζομένων μετά από 35 χρόνια δουλειάς. Όπως και τη δυναμική ανάπτυξη της Ευρώπης, προέβλεψε το ευρωπαϊκό οικονομικό θαύμα στις δεκαετίες του ‘60, του ‘70, του ‘80  και σε έναν βαθμό και του ‘90.

 

Ο Ζαν Φουραστιέ, ο συγγραφέας της «Μεγάλης Ελπίδας», αποδείχθηκε τότε ένας απ’ τους πιο επιφανείς μελετητές των εξελίξεων. Σήμερα, όμως, θα ήταν πιο δύσκολο να επαναλάβει αυτή του την επιτυχία.

 

Όχι μόνο γιατί ο κόσμος δεν κινείται, πλέον, στο δίπολο των μεταπολεμικών υπερδυνάμεων. Ούτε γιατί στο μεταξύ έχουν αναδυθεί πρωτόγνωρα προβλήματα, όπως η κλιματική κρίση, το δημογραφικό. Όσο, κυρίως, γιατί αυτές οι νέες προκλήσεις αλλάζουν με συγκλονιστικά μεγάλη ταχύτητα.

 

Στην εξίσωση προστίθεται, επίσης, το χαρακτηριστικό πολλών αντιφάσεων: έχουμε, για παράδειγμα, υπερπληθυσμό στον πλανήτη συνολικά αλλά έχουμε υπογεννητικότητα στην ήπειρό μας, την Ευρώπη. Αναπτυγμένες οικονομίες αλλά και αυξημένο δημόσιο χρέος. Πάμπτωχα κράτη δίπλα σε πάμπλουτες εταιρείες. Σύγχρονες εκφάνσεις ανισοτήτων που επαναφέρουν στο προσκήνιο τη γεωστρατηγική.

 

Και, πάνω από όλα, υπάρχει η τεχνολογική επανάσταση, που αλλάζει διεθνείς συσχετισμούς αλλά και την καθημερινότητα των ίδιων των ανθρώπων.

 

Και νομίζω ότι αξίζει μία ιδιαίτερη αναφορά στις δύο τελευταίες παραμέτρους, με το βλέμμα και στα εθνικά αλλά και στα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Γιατί από τη μία πλευρά ο ανταγωνισμός για ενεργειακούς πόρους κάνει εξαιρετικά επίκαιρη τη συζήτηση για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας και κοινής άμυνας της ηπείρου μας. Ενώ από την άλλη η ψηφιακή ανάπτυξη από τη μία γίνεται εργαλείο κοινωνικής και οικονομικής προόδου αλλά γίνεται και πεδίο που ήδη σήμερα δοκιμάζονται κοινωνικά δικαιώματα αλλά και η ίδια η υφή της σύγχρονης δημοκρατίας.

 

Η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, τα υπερσύγχρονα δίκτυα της επόμενης γενιάς, οι απίστευτες δυνατότητες που θα προσφέρουν οι νέοι υπολογιστές νέας γενιάς, αυτό που λέγεται quantum computing, θα αλλάξουν ριζικά τη ζωή μας. Όμως, όσο πιο γρήγορα και δυναμικά θα αναπτύσσονται, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα μεταξύ εκείνων με πρόσβαση σε αυτά και εκείνων που θα μείνουν πίσω.

 

Γιατί η πρόσβαση στην τεχνολογία δεν μπορεί να αποτελεί, προνόμιο των ελίτ. Συνιστά, ήδη, βασικό αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα, όπως θεωρείται ήδη η πρόσβαση στο καθαρό νερό ή στην ηλεκτρική ενέργεια.

 

Στις Δυτικές κοινωνίες, στις οποίες ανήκει και η πατρίδα μας, οι ανισότητες αυτές αποκτούν και μία ολοένα και πιο σύνθετη όψη. Η παγκόσμια ανακατανομή του πλούτου αμφισβητεί το κεκτημένο κάθε γενιάς να ζει καλύτερα απ’ την προηγούμενη.

 

Πάνω σε αυτά τα σύνθετα δεδομένα οικοδομείται και το δημοκρατικό στοίχημα της εποχής: η είσοδος της τεχνολογίας να μην σημαίνει έξοδο για κανέναν. Και, αντίθετα, με την εξειδίκευση, τον αναπροσανατολισμό της Παιδείας, την επιμόρφωση, να οικοδομήσουμε αυτό το οποίο αποκαλούμε τη νέα συμπεριληπτική κοινωνία.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Όλα τα παραπάνω θεωρώ ότι αποτυπώνουν πολύ συνοπτικά -τολμώ να πω πολύ αποσπασματικά- τη δυσκολία που υπάρχει στο να προσδιορίσουμε την εικόνα του κόσμου αλλά και της χώρας μας το 2040. Δίνουν, ωστόσο, και τις κατευθύνσεις προς τις οποίες πρέπει να στραφούμε ενώπιον αυτής της διαδρομής.

 

Και από αυτή την άποψη η σημερινή πρωτοβουλία, κα Πρόεδρε, της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», είναι αυτό που λέμε και κρίσιμη και χρήσιμη. Γιατί η χώρα έχει μεγάλη ανάγκη από έγκυρες αναλύσεις, από τεκμηριωμένες προβολές στα επόμενα χρόνια. Της αξίζουν, σας αξίζουν, λοιπόν, σε όλες και σε όλους, θερμά συγχαρητήρια.

 

Και το υλικό το οποίο θα τεθεί στη διάθεσή μας θα αποτελέσει, ασφαλώς, και μια σοβαρή συνδρομή στο έργο του Foresight Greece. Είναι ένα σχήμα το οποίο σφυγμομετρεί τις παγκόσμιες τάσεις με ορίζοντα και αυτό το 2040 και επεξεργάζεται τις ελληνικές απαντήσεις. Η σύστασή του αποτελούσε μια κοινοτική υποχρέωση. Η δράση και το έργο, όμως, του Foresight Greece ανταποκρίνονται σε μια πραγματικά εθνική ανάγκη. Γιατί το αύριο διαμορφώνεται πάντα καλύτερα όταν ανιχνεύεται σωστά από σήμερα.

 

Καθόλου τυχαία, λοιπόν, στα πρώτα συμπεράσματα της Επιτροπής διακρίνονται επτά «μεγατάσεις» με καθοριστικές επιδράσεις στα επόμενα χρόνια, στις επόμενες δεκαετίες: οικολογική κρίση, απότοκο της μεγάλης κλιματικής αλλαγής, της κλιματικής κρίσης. Η έλλειψη φυσικών πόρων, η άνιση κατανομή τους. Η δημογραφική ανισορροπία. Η εκτεταμένη αστικοποίηση και το χάσμα ανάμεσα στις πόλεις και την περιφέρεια. Η τεχνολογική πρόοδος και η υπερ-συνδεσιμότητα. Η παγκόσμια διόγκωση της μεσαίας τάξης, αλλά και της υπερ-κατανάλωσης. Και, τέλος, η μετατόπιση της οικονομικής, αλλά και γεωπολιτικής επιρροής προς την Ανατολή και προς τον Νότο, προς την Αφρική.

 

Όπως και καθόλου τυχαία οι επτά αυτές μεγάλες τάσεις συνοδεύονται, κυρία Πρόεδρε, από τρεις λέξεις: Μεταβλητότητα, Αβεβαιότητα, Επινοητικότητα.

 

Κάτι που σημαίνει ότι, κινούμενη σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, η στρατηγική της χώρας οφείλει πάντα να έχει εναλλακτικές λύσεις. Να παρακολουθεί τις μικρές αλλαγές που μπορεί, τελικά, να μεταβάλλουν τη μεγάλη εικόνα. Και, κυρίως, να παραμένει έτοιμη να εμπλουτίζει τη δράση της και να προσαρμόζεται στα δεδομένα με γνώμονα το δικό της συμφέρον.

 

Αποδίδω πολύ μεγάλη σημασία στην αρετή της προσαρμοστικότητας σε ατομικό, αλλά και σε εθνικό, σε κοινωνικό επίπεδο. Όσο και αν προσπαθήσουμε να προβλέψουμε το μέλλον η διαχείριση του απρόοπτου θα παραμένει η μεγάλη  πρόκληση της εποχής μας.

 

Και επειδή καθώς φαίνεται οι κρίσεις τις οποίες αντιμετωπίζουμε δεν θα είναι περιστασιακά αλλά ολοένα και πιο συχνά φαινόμενα, η δυνατότητα να μπορούμε γρήγορα να προσαρμοζόμαστε σε δεδομένα τα οποία θα αλλάζουν πέρα και πάνω από αυτά τα οποία μπορούμε να προβλέψουμε, πιστεύω ότι θα αποτελέσει και τη διαχωριστική γραμμή που θα ξεχωρίσει, τελικά, τα κράτη που θα καταφέρουν να διακριθούν σε αυτόν τον νέο κόσμο από αυτά που θα μένουν πίσω.

 

Όλοι συμφωνούμε πάντως πως τα ενδεχόμενα, αυτά τα οποία καταγράφονται σήμερα, αποτελούν σίγουρα έναν οδικό άξονα για τις μεγάλες προτεραιότητες της επόμενης εικοσαετίας. Τα μεγάλα πεδία στα οποία πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή μας, να συγκεντρωθεί η ενέργειά μας. Είναι κατευθύνσεις που σίγουρα -και εκεί νομίζω έγκειται και η μεγάλη αξία αυτής της δουλειάς- υπερβαίνουν κυβερνήσεις και κυβερνητικές πλειοψηφίες τετραετίας. Γι’ αυτό και θα πρέπει να υπηρετούνται με συνέπεια και συνέχεια. Και γι’ αυτό και θα ήταν πολύ καλό αν μπορούσαν οι πολιτικές δυνάμεις να θέσουν τουλάχιστον αυτές τις μεγάλες προτεραιότητες εκτός κομματικού ανταγωνισμού.

 

Κατεύθυνση πρώτη. Η ανάγκη για απεξάρτηση από ρυπογόνα καύσιμα και η δυναμική στροφή στην καθαρή ενέργεια. Η κυβέρνηση έχει ήδη κάνει πολλά σε αυτήν την κατεύθυνση. Ενδεικτικά αναφέρω μόνο την απόφασή μας το αργότερο μέχρι το 2028 να απεμπλακούμε από την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από λιγνίτη. Όμως η περιπλοκότητα αυτής της μετάβασης και το αυξημένο κόστος που αυτή θα συνεπάγεται συνέχεια μας αιφνιδιάζει και μας βρίσκει, ενδεχομένως, στην ανάγκη να προσαρμοστούμε σε στιγμιαίες ή προσωρινές ασυμμετρίες, όπως αυτές που παρατηρούμε σήμερα  στην αγορά του φυσικού αερίου.

 

Κατεύθυνση δεύτερη. Η αναγέννηση της ελληνικής μεταποίησης και βιομηχανίας. Εκεί έχουμε κάνει σημαντικά πράγματα. Η χώρα -και θα συμφωνήσουμε νομίζουμε σε αυτό- δεν μπορεί να είναι μια χώρα η οποία θα είναι αποκλειστικά εξαρτημένη από τις υπηρεσίες. Η ανταγωνιστική βιομηχανική παραγωγή αποτελεί στρατηγικό μακροπρόθεσμο στόχο της χώρας με ορίζοντα το 2040. Και οι φιλόδοξοι στόχοι που πρέπει να θέσουμε σχετικά με τη συμμετοχή της παραγωγής στο ΑΕΠ, σε βάθος που θα υπερβαίνει το στενό ορίζοντα της επόμενης τετραετίας, και αυτό θα πρέπει να είναι αντικείμενο πολιτικής συμφωνίας.

 

Κατεύθυνση τρίτη. Ο μετασχηματισμός της πρωτογενούς παραγωγής, με στόχο την αυτάρκεια στο βαθμό που αυτή είναι εφικτή, αλλά και την προστασία της βιοποικιλότητας και την ποιοτική διατροφή. Σε σύνδεση με τον Τουρισμό και τις εξαγωγές. Και εκεί ο ορίζοντας δράσης ξεπερνά κατά πολύ τον ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας. Όχι μόνο γιατί τα χρηματοδοτικά εργαλεία τα οποία έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας για να κατευθύνουμε στον πρωτογενή τομέα φτάνουν, τουλάχιστον, μέχρι το 2027. Αλλά και γιατί πολλές από τις προκλήσεις για το πώς θα παράγουμε τρόφιμα με χαμηλό αποτύπωμα άνθρακα ακόμα σήμερα δεν έχουν απαντηθεί από την τεχνολογία.

 

Αυτό που λέμε decarbonization, η απανθρακοποίηση του πρωτογενούς τομέα, αποτελεί μια πολύ μεγάλη επιστημονική πρόκληση. Και μόνο ενδείξεις μπορούμε να έχουμε σήμερα για το πώς θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτήν την πρόκληση στο μέλλον. Το ίδιο ισχύει για την απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας, του τσιμέντου, των πετρελαιοειδών, της ναυτιλίας μας. Η ελληνική ναυτιλία θα πρέπει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της μετάβασης σε μια ναυτιλία χαμηλών και τελικά μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

 

Αλλά δεν είμαστε -σήμερα που μιλάμε- απολύτως σίγουροι για το ποια θα είναι η τεχνολογία η οποία θα μπορέσει, τελικά, να επικρατήσει σε αυτήν την κατεύθυνση. Γι΄ αυτό και αυτή η χαρτογράφηση την οποία επιχειρούμε οφείλει να δίνει στους πολιτικούς, σε αυτούς που χαράσσουν δημόσια πολιτική, τη δυνατότητα να έχουμε μπροστά μας ένα μενού από επιλογές και να κρίνουμε με βάση τα σημερινά δεδομένα ποιο θα είναι το πιο πιθανό ενδεχόμενο, προετοιμαζόμενοι όμως πάντα και για το απίθανο, το οποίο η ίδια η ζωή μας λέει ότι τελικά μάλλον θα είναι πιο πιθανό από όσο νομίζουμε.

 

Τέταρτη κατεύθυνση είναι αυτό το οποίο ονομάζουμε τεχνολογική επανάσταση και το τι μπορεί να σημαίνει για το  κράτος -ήδη το βλέπουμε, νομίζω, έμπρακτα μέσα από την εφαρμογή gov.gr- αλλά κυρίως τι μπορεί να σημαίνει για τις επιχειρήσεις. Η τεχνολογική επανάσταση η οποία δρομολογείται σήμερα και το πώς αυτή αλλάζει και τις σχέσεις τις οποίες έχουμε με τα προσωπικά δεδομένα τα οποία θεωρητικά μας ανήκουν πλην όμως σήμερα που μιλάμε είναι πλούτος για εταιρίες οι οποίες  τα «εκμεταλλεύονται» για να μπορούν να μας σερβίρουν τις διαφημίσεις που αυτές νομίζουν ότι θα μας ενδιαφέρουν.

 

Τεράστια ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με τα όρια της ιδιοκτησίας στον ψηφιακό κόσμο, αλλά και πολύ σημαντικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με το επίπεδο συνολικά του πολιτικού διαλόγου, του δημόσιου διαλόγου, σε μια εποχή που τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα. Ευχή γιατί δίνουν τη δυνατότητα στον οποιονδήποτε να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε, κατάρα διότι είναι προγραμματισμένα να λειτουργούν με έναν τρόπο που κατά κανόνα αναπαράγουν τις απόψεις τις οποίες ήδη έχουμε.

 

Δημιουργούν, δηλαδή, κλειστά συστήματα όπου οι αντιεμβολιαστές -παραδείγματος χάρη- είναι πολύ πιο πιθανόν να μιλούν με άλλους αντιεμβολιαστές από το να συζητούν με ανθρώπους οι οποίοι έχουν διαφορετική γνώμη. Μεγάλες προκλήσεις τις οποίες θα κληθούμε και να χαρτογραφήσουμε και να απαντήσουμε.

 

Πέμπτη κατεύθυνση. Κατεύθυνση η οποία έχει να κάνει με τα ζητήματα της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, του πώς θα αλλάξει  το σχολείο συνολικά το 2040. Τα παιδιά που θα γεννηθούν του χρόνου, το ‘22, θα τελειώνουν το σχολείο το 2040. Τι σχολείο θα είναι αυτό; Και ποιο θα είναι το μέλλον μιας εκπαίδευσης που δίνει πια λιγότερη σημασία στα τυπικά χαρακτηριστικά και πολύ μεγαλύτερη σημασία στις δεξιότητες. Και θα υπάρχει το σχολείο έτσι όπως το γνωρίζουμε ή το πανεπιστήμιο έτσι όπως το γνωρίζουμε σε 20 χρόνια από τώρα; Πολύ δύσκολα ερωτήματα στα οποία προσβλέπουμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τις σκέψεις σας και τις κατευθύνσεις σας.

 

Έκτο πεδίο διερεύνησης, οι μεγάλες γεωπολιτικές εξελίξεις. Αφορούν προφανώς τον κόσμο ολόκληρο, αφορούν όμως ειδικά και τη γειτονιά μας, τη Μεσόγειο, η οποία ολοένα και περισσότερο γίνεται πεδίο ανταγωνισμών, προκλήσεων, αλλά και μεγάλων ευκαιριών. Και πώς μπορούμε ταυτόχρονα να συγκεράσουμε -για να δώσω ένα παράδειγμα του πόσο συνδεδεμένα είναι όλα αυτά τα ζητήματα και πόσο περίπλοκα είναι- την ανάγκη π.χ. να επενδύουμε περισσότερα σε σύγχρονα εξοπλιστικά προγράμματα για να διεκδικήσουμε τη στρατηγική αυτονομία, την ανάγκη να επενδύουμε περισσότερο στην πράσινη μετάβαση η οποία χρειάζεται επενδύσεις σήμερα που θα αποδώσουν όμως σε βάθος χρόνου, με την ανάγκη ενδεχομένως να μπορούμε να τιθασεύσουμε το χρέος μας και ταυτόχρονα να επιστρέψουμε σε μία λογική δημοσιονομικής πειθαρχίας. Άλλα δύσκολα ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να απαντήσουμε.

 

Και τέλος, τη μεγάλη πρόκληση -δεν μπορώ να μην την αφήσω ασχολίαστη- πάνω σε μία μελέτη η οποία είναι τόσο βραχυχρόνια, η πρόκληση του δημογραφικού. Συρρικνωνόμαστε, το ξέρουμε. Το πόσο, θα μας το δείξει η  απογραφή. Είχαμε μία συζήτηση στην Ολομέλεια πριν από λίγο για τα στατιστικά στοιχεία των εμβολιασμών, όπου ο παρονομαστής είναι η απογραφή του ‘11, για να υπολογίζουμε τα ποσοστά. Εικάζω ότι είμαστε λιγότεροι απ’ όσοι έδειξε η απογραφή του ‘11.

 

Και ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιστεί από τη μία η μεγάλη πληθυσμιακή έκρηξη σε φτωχές χώρες που θα διεκδικήσουν και αυτές μερίδιο και δικαίωμα στην κατανάλωση και σε ένα επίπεδο ζωής, με τις προκλήσεις του ανθρώπινου δυναμικού σε μια χώρα η οποία συρρικνώνεται, δεν μπορεί να μην απαντηθεί, τουλάχιστον δεν μπορεί να μην χαρτογραφηθεί ως πρόβλημα, από μία τέτοια έκθεση. Διότι είμαι απολύτως σίγουρος ότι πολύ σύντομα, εάν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί, η χώρα δεν θα αντιμετωπίσει δυσκολία προσέγγισης κεφαλαίων, οικονομικών κεφαλαίων, θα έχει όμως δυσκολία εξεύρεσης ποιοτικού ανθρώπινου δυναμικού για να στηρίξει την αναπτυξιακή της διαδρομή.

 

Και υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η κατάρτιση και η επανεκπαίδευση αποτελούν  τον πυρήνα της πολιτικής μας, αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι και η οργανωμένη -το τονίζω- η οργανωμένη μετανάστευση, η καλά σχεδιασμένη μετανάστευση, δεν μπορεί και αυτή να είναι ένα συμπληρωματικό όπλο για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε στρεβλώσεις που θα παρουσιαστούν με μαθηματική βεβαιότητα στην αγορά εργασίας.

 

Κλείνω, κυρία Πρόεδρε -διότι όπως καταλαβαίνετε το αντικείμενο αυτής της συζήτησης είναι τόσο ευρύ που αισθάνομαι την ανάγκη να αυτοπεριοριστώ- επανερχόμενος στην ανάγκη από τη μία να μπορούμε να χαρτογραφήσουμε αλλαγές που με απόλυτη βεβαιότητα έρχονται, πράγματα τα οποία ξέρουμε με σιγουριά ότι θα συμβούν, και την ανάγκη να είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε το απρόοπτο.

 

Στην πρώτη κατηγορία π.χ. εντάσσεται η υποχρέωση της χώρας να προστατευτεί από τις νέες επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Είναι κάτι το οποίο ξέρουμε ότι γίνεται ήδη, το είδαμε πριν από λίγες μέρες με την κακοκαιρία του «Μπάλλου», όπου σκεφτείτε τι σημαίνει να πέφτουν σε ένα στρέμμα μόνο 200 τόνοι νερό και αντιληφθείτε, αγαπητέ κ. Πρόεδρε της ΚΕΔΕ, πόσο δύσκολη είναι η διαχείριση αυτών των έκτακτων   φαινομένων, που όμως γνωρίζουμε ότι θα είναι ολοένα και πιο τακτικά.

 

Γνωρίζουμε ότι η χώρα θα βρεθεί και βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο σεισμών. Ενδεχομένως και μεγάλων σεισμών. Και γνωρίζουμε ότι σήμερα το σύστημα της αντισεισμικής μας προστασίας χρειάζεται ταχύτατα έναν σημαντικό εκσυγχρονισμό. Θα ήμασταν ανεύθυνοι εάν αυτά τα ζητήματα δεν τα αντιμετωπίζαμε ως περίπου βεβαιότητες για να μπορούμε να σχεδιάσουμε γι’ αυτά για να μπορέσουμε να αποτρέψουμε το χειρότερο ενδεχόμενο.

 

Ταυτόχρονα όμως έχουμε υποχρέωση να κρατάμε την ευελιξία μας και την προσαρμοστικότητά μας όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με εξελίξεις τις οποίες είτε δεν έχουμε προβλέψει, είτε μπορεί να μας αιφνιδιάζουν πλήρως. Και εκεί τελικά κρίνεται και θα κρίνεται και η επιτυχία των μελλοντικών κυβερνήσεων.

 

Και νομίζω ότι η ιστορία μας, μιας και μιλάμε για τα 200 χρόνια, μας έχει δώσει ουκ ολίγα παραδείγματα όπου μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε ευκαιρίες που μας παρουσιάστηκαν, να τις αρπάξουμε με πολύ μεγάλη ταχύτητα ή να προσαρμοστούμε ενδεχομένως σε εξελίξεις που εκείνη την εποχή φάνταζαν απρόβλεπτες.

 

Επομένως, τα δύο αυτά εργαλεία, ο μακροχρόνιος προγραμματισμός και η ανάγκη να μπορούμε να διαχειριζόμαστε έκτακτες καταστάσεις, πιστεύω ότι είναι το πεδίο στο οποία θα δοκιμαστεί η άσκηση δημόσιας πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Και αναμένω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τα συμπεράσματα της έκθεσής σας και τη συνεργασία όλων σας με την Επιτροπή Foresight για να μπορέσουμε ολοένα και περισσότερο να εξειδικεύουμε αυτά τα συμπεράσματα και να τα αναπροσαρμόζουμε όποτε αυτό είναι απαραίτητο.

 

Σας ευχαριστώ πολύ.

Written by Υστερόγραφα Team

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι