Ηρώ Τέντε: Θα του δίναμε άραγε ένα κέρμα;

Γράφει η Ηρώ Τέντε

#serendipity_collector

 

Διάσημος σολίστας, με περγαμηνές απαράμιλλης αριστοτεχνίας στο βιολί: συγκεντρώνει σμήνη δέους και θαυμασμού που συρρέουν να βιώσουν την εμπειρία επαφής μαζί του, στα διασημότερα μουσικά μέγαρα του πλανήτη. Παντού, όταν κλείνουν τα φώτα και εμφανίζεται στη σκηνή, τα μάτια των θεατών λάμπουν λίγο περισσότερο από τα φώτα της ορχήστρας.

Το πείραμα είναι γνωστό ίσως: ο ίδιος σολίστας, ντυμένος με απλά αθλητικά ρούχα και κρατώντας με λατρεία το ίδιο βιολί, στέκεται στις παρυφές των metro γραμμών σε μεγάλη αστική πρωτεύουσα. Κλείνει τα μάτια και χωρίς παρτιτούρες παρασύρει τον εαυτό του σε έργα μεγάλων κλασσικών, με αποσπάσματα που στάζουν μεγαλείο μαζί με κάτι που θυμίζει θέωση.

Το αποτέλεσμα του πειράματος που μαγνητοσκοπείται διακριτικά είναι ενδεικτικό: 1097 άνθρωποι τον προσπέρασαν, 27 του άφησαν κάποια νομίσματα στην ανοιχτή θήκη του βιολιού και σχεδόν κανένας δεν κοντοστάθηκε. Μπροστά στην ίδια μουσική που κόβει ανάσες στις μεγάλες μουσικές σκηνές, υπερισχύει το λαχάνιασμα ανθρώπων που τρέχουν να προλάβουν το τρένο, το ραντεβού, το μάθημα, τη συνάντηση.

Μόνο μετά από αρκετή ώρα μια γυναίκα τον αναγνώρισε, στάθηκε ακίνητη και τον άκουσε μέχρι το τέλος. Του είπε: «Σε θυμάμαι στο ρεσιτάλ που έδωσες πέρυσι. Συγχαρητήρια – μόνο εδώ θα μπορούσε να μου συμβεί κάτι τέτοιο για να μπορέσω να στο πω από κοντά».

Η γυναίκα αυτή μπορεί να καθυστέρησε το πρόγραμμά της, μπορεί και όχι. Δεν έχει σημασία. Αξίζει περισσότερο το ότι πίσω από την εικόνα, την τράβηξε το βίωμα μιας μουσικής που κάποτε είχε ακούσει ξανά – και ξαφνικά, σχεδόν από το πουθενά, της δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να τον πλησιάσει και να μοιραστεί μαζί του την αλήθεια της.

Τα συμπεράσματα του κάθε πειράματος διαθλώνται μέσα από την οπτική του παρατηρητή. Συχνά, αλλοιώνοντας ελαφρά ακόμα και τον αρχικό σκοπό σχεδιασμού του. Πάντως, αν γυρίσουμε την προσοχή σε μας, είναι μάλλον απίθανο να συναντήσουμε τον Joshua Bell να «σολάρει» αποσπάσματα Bach, περιμένοντας το μετρό στο Σύνταγμα.

Αυτό που υπερισχύει στατιστικά είναι να βιώσουμε το σπάσιμο ενός «κέλυφου ζωής», όταν συναντάμε μπροστά μας την απώλεια, το θάνατο, το χωρισμό – το τέλος κάθε εμπειρίας που μας έδωσε τόση χαρά όταν κάποτε τη ζήσαμε και τόσο πόνο όταν τη χάσαμε. Ένα βιολί που έσπασε μια τέτοια πληγή. Μοιραία όμως, συνεχίζουμε «να περπατάμε» από εκεί που σταματήσαμε: στην αρχή με δυσκολία, κάπου αργότερα πιο εύκολα και πολύ πιο μετά, τρέχοντας: όπως οι επιβάτες εκείνου του σταθμού που προσπέρναγαν ένα μικρό θαύμα, χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Φαίνεται πάντως ότι, όσο και αν τρέχουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τι συμβαίνει γύρω μας, η μουσική όπως και κάθε θαύμα που υπάρχει πίσω και πέρα από ένα κέλυφος ύπαρξης, ρέουν διεισδυτικά προς κάθε κατεύθυνση – απαξιώνοντας τη διάσταση χωροχρόνου. Λογικό. Γιατί ο στόχος τους είναι να μας συναντήσουν. Και να μας κάνουν να κοντοσταθούμε ξανά «ακούγοντας» κάτι που ξεδιπλώνεται σαν οικείο – όντας μπερδεμένοι που η εικόνα αυτή τη φορά είναι τόσο διαφορετική.

Αγαπώ τους πλανόδιους μουσικούς. Όχι επειδή ομορφαίνουν το γκρι της καθημερινότητας – αλλά γιατί η μουσική τους λειτουργεί σαν ξυπνητήρι για τα θαύματα που μπορεί να προσπερνάμε, ακόμα και όταν τα έχουμε δίπλα μας. Και θαύμα είναι ο,τιδήποτε κάποτε χάσαμε και το συναντάμε ξανά από την αρχή – με άλλο κέλυφος ζωής, μα με την ίδια ροή ουσίας.

 

 

Written by Υστερόγραφα Team

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι