Ελένη Κωστοπούλου: Τα παιδιά μας πρέπει να μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε και εμείς. Δηλαδή, φυσιολογικά

Της Ελένης Κωστοπούλου

 

Μια απίστευτη κατάσταση όπως αυτής της πανδημίας έχει φέρει τα πάνω κάτω στην εκπαίδευση από τη νηπιακή μέχρι και την πανεπιστημιακή.
Ξεκινώντας από τα παιδιά των παιδικών σταθμών και των νηπιαγωγείων, πολλές οικογένειες αναγκάστηκαν να αλλάξουν πλήρως τον προγραμματισμό τους σε ό,τι αφορά το ποιος θα είναι υπεύθυνος για την φύλαξη, αλλά και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών αυτών.
Είναι κρίμα, λοιπόν, που αυτή η γενιά δεν θα βιώσει την χαρά της προ-κοινωνικοποίησης και του περιβάλλοντος που όλοι θυμόμαστε με τις πιο γλυκές αναμνήσεις.
Τα παιδιά του Δημοτικού έχουν τη δυνατότητα τηλεκατάρτισης και εκπαιδευτικής τηλεόρασης, αλλά αυτό δεν αρκεί. Τα γέλια, η χαρά, η δημιουργία είναι στοιχεία που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από την οθόνη ενός τάμπλετ.
Η κάθε σχολική τάξη από την πρώτη μέχρι την έκτη, έχει να προσφέρει διαφορετικά στοιχεία στην εξελικτική ψυχολογία των παιδιών. Ο φόβος της μάσκας ή της μετάδοσης του ιού, ίσως, δημιουργήσει ψυχικά τραύματα σε πολλά παιδιά.
Τα παιδιά του Γυμνασίου είναι στην ηλικία, όπου αποκτούν γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις και ουσιαστικά ξεκινούν να κοινωνικοποιούνται. Αυτή η ηλικία της προεφηβείας είναι τελείως παράδοξο να μείνει εντός σπιτιού. Η τηλεκατάρτιση εδώ γίνεται υπό καλύτερες συνθήκες, αλλά παρόλα αυτά δεν αρκεί να εξυψώσει το γνωστικό επίπεδο των μαθητών αυτών.
Τα παιδιά του Λυκείου βρίσκονται, επίσης, σε μία δύσκολη κατάσταση, επειδή δεν μπορούν να “χτίσουν” το μέλλον τους σε γερά θεμέλια. Ειδικότερα τα παιδιά που θα δώσουν φέτος πανελλαδικές εξετάσεις είναι σε πολύ μειονεκτική θέση. Η πιο κρίσιμη ηλικία (17-18 ετών) χάνει το σημαντικότερο “όπλο”, που είναι η επίλυση ασκήσεων, αλλά και το διάβασμα της θεωρίας εντός της τάξης.
Ερχόμαστε τώρα στα παιδιά τα οποία φοιτούν σε σχολές κατάρτισης (ΙΕΚ – ΟΑΕΔ). Εδώ τα πράγματα είναι απόλυτα τραγικά. Δυστυχώς, οι δεξιότητες και η κατάρτιση δεν αποκτώνται εξ αποστάσεως. Κλείνοντας, τί να πει κανείς για τους φοιτητές οι οποίοι ζουν μια φοιτητική ζωή κλεισμένοι σε ένα σπίτι με 8ωρες και 6ωρες παρουσίες καθημερινά μπροστά σε μία οθόνη; Όλα τα παραπάνω, έχουν πλήξει μαθητές, γονείς, δασκάλους και καθηγητές.
Πώς λοιπόν, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα; Πώς μπορούμε να προστατέψουμε την κάθε περίπτωση;
Θα μπορούσε να υπάρξει άνοιγμα όλων των σχολείων με διπλό εβδομαδιαίο σελφ τεστ. Στην περίπτωση που κάποιος μαθητής βρεθεί θετικός, να μην προσμετρώνται οι απουσίες και να συνεχιστεί η τηλεκατάρτιση. Για τα παιδιά της Γ’ Λυκείου να εφαρμοστεί το μέτρο των “πράσινων” σχολών, όπου οι μαθητές θα επιλέξουν ελεύθερα σχολές που θέλουν χωρίς περιορισμούς και χωρίς να δώσουν πανελλαδικές εξετάσεις. Για όσες σχολές δεν επιθυμούν να είναι “πράσινες” να διενεργήσουν οι ίδιες εξετάσεις εισαγωγής τύπου κατατακτηρίων, όπου μπορούν να συμμετέχουν όσοι μαθητές θέλουν με ύλη παρόμοια των πανελλαδικών, κατά το μήνα Αύγουστο- Σεπτέμβριο. Γενικότερα, οι πανελλαδικές εξετάσεις φέτος δεν θα λέγαμε, ότι είναι το πιο δίκαιο σύστημα.
Σε σχέση με την κατάρτιση να υπάρξει παράταση του έτους, έτσι ώστε οι καταρτιζόμενοι να εκπαιδευτούν τουλάχιστον στα εργαστηριακά μαθήματα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και να προσληφθούν καθηγητές, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να εργαστούν το καλοκαίρι.
Τέλος, για τη φοιτητιώσα νεολαία θα μπορούσαν σε πολλές περιπτώσεις να γίνει σύμπτυξη και αναπροσαρμογή προγραμμάτων σπουδών και όπου χρειάζεται τα μαθήματα να γίνονται δια ζώσης. Να μη ξεχνάμε ότι ζούμε σε ειδικές συνθήκες και το μέλημά μας πρέπει να είναι πρώτα η υγεία και το μέλλον των παιδιών μας. Τα παιδιά μας πρέπει να μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε και εμείς, δηλαδή, φυσιολογικά.
Το αφύσικο και το παραφυσικό είναι δυνατόν να δημιουργήσει μία κοινωνία που κάθε άλλο παρά αγγελική θα είναι.

 

Written by

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι