• 18 Ιανουαρίου, 2020

Τσίπρας: Η μεγαλύτερη υποχρέωσή μας για το μέλλον του τόπου

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα στην 34η Διάσκεψη του Αραβικού Ινστιτούτου Επιχειρηματιών με θέμα «Πολιτικές Κρίσεις: Προς ένα αποτελεσματικό κράτος».

 

 

 

Κύριε Πρωθυπουργέ, Κύριοι Πρόεδροι, Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι

Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το θέμα της σημερινής Διάσκεψης διότι αγγίζει μια κεντρική πρόκληση της εποχής μας την οποία αντιμετώπισα και εγώ ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές για τη χώρα μου και την κοινή μας γειτονιά.

Επιτρέψτε μου λοιπόν να μοιραστώ αυτή την εμπειρία μαζί σας.

Τον Ιανουάριο 2015 που ανέλαβα τη διακυβέρνηση της χώρας, η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη μιας πολύ βαθιάς πενταετούς οικονομικής κρίσης και δύο διαδοχικών προγραμμάτων λιτότητας της ΕΕ και του ΔΝΤ, που είχαν επιδεινώσει όμως αντί να βελτιώσουν την κατάσταση στην οικονομία.

Τους πρώτους έξι μήνες διαπραγματευτήκαμε σκληρά με τους δανειστές μας για ένα πρόγραμμα το οποίο δεν θα βασιζόταν στη λιτότητα, ενώ προβήκαμε σε και όσα περισσότερα μέτρα μπορούσαμε για τη στήριξη των πιο ευάλωτων στην κοινωνία.

Στο τέλος, φτάσαμε σε έναν δύσκολο συμβιβασμό, σαφώς όμως καλύτερο από αυτόν που είχαμε τα προηγούμενα δύο προγράμματα, με ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή.

Έναν συμβιβασμό που κατοχύρωνε ένα σημαντικό μέρος των στόχων μας, όσον αφορά τη μείωση των υποχρεωτικών πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή της λιτότητας, αλλά δεσμευτήκαμε και στις δύσκολες αλλά και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Κύριε Πρωθυπουργέ γνωρίζω πολύ καλά και χαιρετίζω τους γενναίους αγώνες που έχετε δώσει εδώ στην Τυνησία, μετά την επανάσταση του λαού σας, για να εμβαθύνετε τη δημοκρατία, να ενισχύσετε τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ίδια στιγμή να προστατέψετε, όσο μπορείτε, την κοινωνία από άδικα μέτρα λιτότητας.

Και ξέρω, επίσης, για σας κ. Γκιούλ, κ Πρόεδρε,  πόσο σημαντικές ήταν οι προσπάθειες που καταβάλατε με τον τότε Πρωθυπουργό και με μια νέα Κυβέρνηση για τη χώρα σας την Τουρκία, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, προκειμένου να βγει η χώρα σας από τη δύσκολη οικονομική θέση που βρισκόταν τότε, να απεξαρτηθεί από το ΔΝΤ και τους δανειστές, να μειωθεί η φτώχεια, να σταθεί η Τουρκία στα πόδια της με μια ισχυρή οικονομία, να υπάρξει προσέγγιση με την ΕΕ και ειδικά με την Ελλάδα και να εμβαθυνθεί η δημοκρατία πχ με τη μείωση της εξουσίας του στρατού και πολύ περισσότερα δικαιώματα για τις μειονότητες.

Το διακύβευμα για την Τυνησία, μετά την επανάσταση, αλλά και για την Τουρκία στις αρχές του 2000, ήταν να επανέλθετε στην οικονομική ανάπτυξη με απεξάρτηση από τους διεθνείς οικονομικούς θεσμούς, να προστατευθεί η κοινωνία και να ενισχυθούν ουσιαστικά η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τηρουμένων των αναλογιών και δεδομένων των στέρεων δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα και τη συμμετοχή της στην ΕΕ, και εμείς στην Ελλάδα δώσαμε έναν αντίστοιχα σημαντικό αγώνα για την έξοδο από την κρίση και για την ανάκτηση μέρους της κυριαρχίας μας από τους δανειστές.

Και θεωρώ ότι και σήμερα είναι σημαντικό στις χώρες μας, πάντα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε μιας, να στηρίζουμε τις ίδιες αρχές με τότε ιδίως σε ότι αφορά την δημοκρατία και την ειρήνη.

Σε αυτήν την προσπάθεια και σε περιόδους κρίσης, κεντρικό ζήτημα για την οικονομία είναι σαφώς να υλοποιηθούν οι κρίσιμες μεταρρυθμίσεις και να υπάρξει μια συγκροτημένη προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων.

Και σαφώς, αυτό απαιτεί μια πιο συγκεντρωτική διαχείριση των πραγμάτων σε σχέση με περιόδους οικονομικής κανονικότητας.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι βρέθηκα στην ανάγκη να ενεργοποιήσω μια Task Force στο πρωθυπουργικό γραφείο προκειμένου να υπερβούμε γραφειοκρατικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν σημαντικές επενδύσεις, αλλά και να ενθαρρύνουμε σημαντικούς ξένους επενδυτές να επενδύσουν στην Ελλάδα.

Αλλά εξίσου σημαντικό κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής μου ήταν να δοθεί ένα συνεκτικό μήνυμα σε διεθνές επίπεδο, ότι η Ελλάδα επέστρεψε, όχι μόνο ως ισχυρός παράγοντας οικονομικός, ως ισχυρός οικονομικός παίκτης στην περιοχή, αλλά και ως ισχυρός γεωπολιτικός παράγοντας και ως πρότυπο κοινωνίας που αγωνίζεται για συγκεκριμένες αξίες.

Για αυτόν τον λόγο, μπορέσαμε να προωθήσουμε την πολιτική μας σε δύο αλληλένδετα επίπεδα που βοήθησαν την επιστροφή στην ανάπτυξη και την αποκατάσταση της εικόνας της χώρας  στη διεθνή κοινότητα  και κυρίως την αποκατάσταση της εικόνας της χώρας στους ξένους επενδυτές.

Και με αυτόν τον τρόπο μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε, παράλληλα, τόσο την προσφυγική κρίση όσο και την κρίση αποσταθεροποίησης στην περιοχή μας.

Πρώτον, αποφασίσαμε από την αρχή ότι οι κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζαμε από την υψηλή ανεργία που άγγιξε το 28%, τις τεράστιες προσφυγικές ροές που οδήγησαν περίπου 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους στις ακτές μας, την αποσταθεροποίηση στα βόρεια σύνορά μας, στα Βαλκάνια και την πολλές φορές δύσκολη σχέση μας με τη γείτονά μας, την Τουρκία, δεν έπρεπε να μας οδηγήσουν σε μια φοβική, εθνικιστική και ρατσιστική περιχαράκωση.

Ακόμα και αν στο ελληνικό Κοινοβούλιο είχαμε μια ισχυρή άκρα δεξιά,  ένα νεοναζιστικό κόμμα του οποίου η δύναμη άγγιζε το 8%. Ακόμα και αν οι φωνές στην άκρα δεξιά και στα δεξιά μας, γίνονταν όλο και πιο έντονες.

Αποφασίσαμε λοιπόν να επιμείνουμε στις αρχές μας, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να προχωρήσουμε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης δυστυχώς κινείτο σε ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Παρά τις δυσκολίες του, ο ελληνικός λαός στήριξε τις προσπάθειες της κυβέρνησής μας και απέρριψε τις ξενοφοβικές ευρωπαϊκές φωνές και στήριξε τους πρόσφυγες που έμπαιναν στη χώρα.

Είπαμε όχι σε φωνές ακόμα και κάποιων Ευρωπαίων εταίρων μας που μας έλεγαν τότε να παραβιάσουμε το διεθνές δίκαιο και να επαναπροωθούμε τους πρόσφυγες στη θάλασσα.

Είπαμε όχι σε όσους έλεγαν ότι η εξέταση του ασύλου έπρεπε να γίνεται με συνοπτικές διαδικασίες και να μην έχουν οι αιτούντες άσυλο την ευκαιρία προσφυγής σε δεύτερο βαθμό.

Την ίδια στιγμή, κατοχυρώσαμε το δικαίωμα της ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα μας. Ολοκληρώσαμε την κατασκευή του πρώτου μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα. Εξασφαλίσαμε την πρόσβαση σε δωρεάν περίθαλψη σε ανασφάλιστους και πρόσφυγες που βρίσκονταν στη χώρα. Εξασφαλίσαμε κάρτα πρόνοιας για όλους τους άπορους ασχέτως εθνικότητας και ενισχύσαμε τα δικαιώματα των Ρομά, καταργήσαμε την υποχρεωτικότητα της Σαρία, και ενισχύσαμε τα εκπαιδευτικά δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Θέσαμε τις βάσεις για την ανάδειξη των Μουφτήδων από την ίδια τη μειονότητα και για εκλογές στις διαχειριστικές επιτροπές των Βακουφίων. Και επεκτείναμε βεβαίως το δικαίωμα στο σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, δηλαδή προχωρήσαμε σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις για την υπεράσπιση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών.

 

Σε αντίθεση με αυτά που θα μας πουν οι φίλοι μας στην βόρεια και δυτική Ευρώπη, αντιμετωπίσαμε τη μεγαλύτερη προσφυγική και οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, εμβαθύναμε τα ανθρώπινα δικαιώματα για όλους, και όμως η ακροδεξιά αποδυναμώθηκε. Το νεοναζιστικό κόμμα δεν μπήκε στη Βουλή.

Δεν θα ξεχάσω έναν Ινδό επενδυτή στην Ελλάδα, που ήρθε να επενδύσει στις δύσκολες στιγμές της κρίσης και μου είπε το εξής όταν τον ρώτησα γιατί επενδύσεις,  Μου είπε: «επενδύω στην Ελλάδα διότι με συμφέρει, αλλά η πρώτη φορά που η προσοχή μου  έπεσε  στην Ελλάδα ήταν  για τον εξής λόγο, διότι θαύμασα την αξιοπρέπεια με την οποία ο λαός σας αντιμετώπισε τόσο την οικονομική όσο και την προσφυγική κρίση».

Το δεύτερο πράγμα που κάναμε είναι ότι επιμείναμε σε μια φιλειρηνική, ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.

Είπαμε ότι οφείλουμε να αποτελέσουμε έναν πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας σε μια ολοένα και πιο αποσταθεροποιημένη περιοχή.

Και συνδέσαμε αυτόν τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας με τις προσπάθειες της χώρας να καταστεί ένας κόμβος ενέργειας, μεταφορών, τεχνολογίας, εμπορίου, πολιτισμού και τουρισμού στην περιοχή.

Το 2015-2016 ήμουν ο πρώτος Έλληνας Πρωθυπουργός που επισκέφθηκα τρεις φορές, σε λιγότερο από έξι μήνες, την Τουρκία.

Διότι έπρεπε τότε και πρωτοστατήσαμε για να προωθήσουμε μια θετική ατζέντα στις ευρωτουρκικές σχέσεις, με εφαλτήριο τη συνεργασία στο προσφυγικό.

Και στο πλαίσιο αυτό φτάσαμε στη δύσκολη αλλά σημαντική Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, που οδήγησε στη ραγδαία μείωση των ροών και κυρίως των θανάτων στο Αιγαίο.

Και καθιερώσαμε μια στενή συνεργασία με την Τουρκία – μια χώρα που φιλοξενεί πάνω από 3 εκατομμύρια πρόσφυγες.

Παράλληλα δε, δημιουργήσαμε τις προσπάθειες για να φτάσουμε πιο κοντά από ποτέ στη λύση του Κυπριακού, στη βάση του πλαισίου Γκουτιέρες που προβλέπει την κατάργηση των εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο, με λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας που θα είναι προς όφελος του συνόλου του Κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Όταν έγινε δε η αποτρόπαια απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, ήμασταν από τις πρώτες χώρες που εκφράσαμε τη στήριξή μας στον εκλεγμένο Πρόεδρο Ερντογάν και την εκλεγμένη Κυβέρνηση.

Δυστυχώς όμως οι σχέσεις μας επιδεινώθηκαν στη συνέχεια, με την τουρκική επιθετικότητα να αυξάνεται ραγδαία στο Αιγαίο, αλλά και στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Δεν διστάσαμε όμως στις δύσκολες στιγμές να κρατήσουμε τους διαύλους ανοιχτούς. Και με αυτόν τον τρόπο καταφέραμε να αποτρέψουμε τα χειρότερα.

Και πραγματοποιήσαμε μέσα σε δύσκολες στιγμές την  πρώτη επίσημη επίσκεψη Τούρκου Προέδρου στην Ελλάδα μετά από 65 ολόκληρα χρόνια. Kαι μπορέσαμε έτσι να επανεκκινήσουμε το διάλογο για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης  ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Τα λέω  αυτά για να υπογραμμίσω ότι, αν δεν είχαμε μπορέσει να βρούμε έναν βαθμό σταθερότητας στις σχέσεις μας σε μια πολύ δύσκολη περίοδο και αν τα επεισόδια που ζήσαμε, κατέληγαν σε επικίνδυνες συγκρούσεις, τότε και η οικονομική ανάπτυξη αλλά και η περιφερειακή σταθερότητα θα αποδυναμώνονταν.

Αντιθέτως, σήμερα μπορούμε να μιλάμε για μια κατακόρυφη άνοδο του τουρισμού από την Τουρκία, για συνεργασία ειδικά στον τομέα της Ενέργειας και σημαντικά βήματα για την ακτοπλοϊκή σύνδεση Σμύρνης – Θεσσαλονίκης και άλλα σημαντικά έργα που μπορεί και πιστεύω ότι πρέπει να προχωρήσουν.

Την ίδια στιγμή, διαχειριστήκαμε εποικοδομητικά τη δύσκολη σχέση με την Τουρκία. Μπορέσαμε να επιλύσουμε και το θέμα του ονόματος με τη γείτονά μας στα βόρεια σύνορά μας, τη Βόρεια Μακεδονία, μετά από 27 χρόνια διαμάχης.

Μπορέσαμε δηλαδή, παρά την αντίθεση των εθνικιστικών δυνάμεων και στις δύο χώρες, να βρούμε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό.

Μια λύση που έδωσε νέες προοπτικές στις ελληνικές επενδύσεις στη χώρα αυτή, αλλά και στην περιφερειακή οικονομική συνεργασία.

Παράλληλα, προχωρήσαμε δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο με διμερείς και πολυμερείς (μαζί με την Κύπρο) συνεργασίες, όπως  με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα ΗΑΕ, την Παλαιστίνη, τον Λίβανο, την Ιορδανία.

Στα Βαλκάνια προωθήσαμε πολυμερείς συνεργασίες με την Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, αλλά και την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία. Ενώ αναβαθμίσαμε τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Και την ίδια στιγμή ασφαλώς προωθήσαμε τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Γερμανία,  την Κίνα, τη Ρωσία με τις οποίες υπήρξε ανταλλαγή επισκέψεων και ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομία.

Θεωρώ ότι είναι σαφές σε όλους μας ότι ειδικά στην περιοχή μας, οι προσπάθειες των κρατών μας για οικονομική ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένες  με την προσπάθεια ενίσχυσης του γεωπολιτικού μας ρόλου και της ανάδειξης των αξιών μας ως κοινωνίες, σε διεθνές επίπεδο.

Με αυτό τον τρόπο, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, μπόρεσε η Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση. Μπόρεσε να διαχειριστεί την προσφυγική κρίση όσο γινόταν πιο αποτελεσματικά και πιο ανθρώπινα. Και με αυτό τον τρόπο μπόρεσε να αποτελέσει πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή.

Θα ήθελα, όμως, να κλείσω αναδεικνύοντας τρία σημεία για το μέλλον:

Το πρώτο σημείο είναι το εξής: Θεωρώ απαραίτητο οι σχέσεις μας στη Μεσόγειο να βασίζονται στο διεθνές δίκαιο. Ειδικότερα δε, αν ο στόχος μας είναι η διαχείριση του προσφυγικού ή η οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών μας Ζωνών. Όπως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου σε έναν από αυτούς τους τομείς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η παραβίασή του και στον άλλον. Ως Πρωθυπουργός έθεσα το θέμα της επανέναρξης των διερευνητικών συνομιλιών με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και το έθεσα σε κάθε συνάντησή μου με τον Τούρκο Πρόεδρο Ερντογάν, μετά τις αρχές του 2016, οπότε και πραγματοποιήθηκε ο τελευταίος γύρος. Η Κυπριακή Δημοκρατία θέτει το ίδιο θέμα από το 2006. Παρότι δεν υπήρξε ουσιαστικό ενδιαφέρον από την Τουρκία, σήμερα η γείτονά μας τονίζει ότι κινηθήκαμε χωρίς αυτήν στην περιοχή και προσπαθεί με παράνομο τρόπο να επιβάλει τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα πρέπει όλοι μας να κατανοήσουμε ότι οι σχέσεις μας δεν μπορούν να οικοδομηθούν με αυτόν τον τρόπο, αλλά μόνο μπορούν να οικοδομηθούν οι σχέσεις της καλής γειτονίας και της συνεργασίας με αμοιβαίο σεβασμό και με διάλογο.

Τα δεύτερο σημείο που θέλω να παρατηρήσω, κλείνοντας, είναι πως θεωρώ απαραίτητο η Ε.Ε. και η νέα Επιτροπή, να προωθήσει μια συνεκτική και ολοκληρωμένη στρατηγική για τη Μεσόγειο. Είτε αυτό αφορά τη δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, είτε αφορά τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό – με την Παλαιστίνη να συνυπάρχει ειρηνικά με το Ισραήλ, στη βάση των συνόρων του ‘67 και έχοντας τα Ανατολικά Ιεροσόλυμα ως πρωτεύουσα, είτε αυτό αφορά στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την ειρήνη στη Συρία, είτε αφορά την ειρήνη στη Λιβύη, για την οποία αγωνίστηκε ο αείμνηστος πρώην Πρόεδρός σας, που είχα την τιμή να γνωρίσω πέρσι στη Διάσκεψη του Παλέρμο. Και βέβαια, είτε αφορά τη λήψη κυρώσεων, όπου υπάρχει παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, όπως παρατηρούμε αυτές τις μέρες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα πρωτοστάτησε, επίσης, στην καθιέρωση της Συνόδου των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Πιστεύω πως πρέπει να επανεκκινηθεί αυτή η Σύνοδος και να εντείνει τις συνεργασίες της και με τις χώρες της Μεσογείου που βρίσκονται στη Βόρεια Αφρική, που δεν είναι μέλη της Ε.Ε., είτε στο πλαίσιο της Ευρω-μεσογειακής συνεργασίας, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο.

Και τρίτο, και τελευταίο, πρέπει να μιλήσουμε όλοι μαζί στην Ευρώπη, αλλά και όσοι βρισκόμαστε εδώ στη Μεσόγειο, στην κοινή μας θάλασσα, που βρέχει όλες τις χώρες της Μεσογείου, να μιλήσουμε για το μέλλον. Και για το μέλλον σήμερα μας μίλησε η 14χρονη μαθήτρια που ανέβηκε σε αυτό το βήμα. Να μιλήσουμε, δηλαδή για τους νέους ανθρώπους. Όχι μόνο για το πώς θα διαχειριστούμε κρίσεις, το προσφυγικό, το μεταναστευτικό, οικονομικές κρίσεις, πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό. Πρέπει να μιλήσουμε ειδικά για τους νέους και πώς θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις να ανακοπεί το φαινόμενο του brain drain. Δηλαδή, να φεύγουν οι νέοι άνθρωποι από τις χώρες μας, τόσο από την Ελλάδα, την Τυνησία και άλλες χώρες. Είναι  κρίσιμο θέμα αυτό. Και πρέπει να βρούμε τον τρόπο, ώστε οι νέοι μας να μπορούν να ονειρεύονται, να εργάζονται, να παράγουν, να είναι παραγωγικοί στις χώρες τους. Να έχουν προοπτική στις χώρες τους, να μένουν εδώ.

Αυτό, επιτρέψτε μου, είναι το στοίχημα του μέλλοντος.  Και πρέπει να ακούσουμε με μεγάλη σοβαρότητα όλα όσα μας είπε η μαθήτρια πιο πριν, διότι, αν δεν προχωρήσουμε άμεσα σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις για να κάνουμε τη ζωή αυτών των νέων καλύτερη, τότε δεν θα ανοίξουμε ένα διάπλατο παράθυρο προς το μέλλον.

Και αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερή μας σήμερα υποχρέωση.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Υστερόγραφα Team

Υστερόγραφα Team

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι

Διαβάστε Ακόμα...