• 19 Οκτωβρίου, 2020

Μ. Κοττάκης: Ο κ. Πατέλης και η… πραγματικότητα

 Μ. Κοττάκης: Ο κ. Πατέλης και η… πραγματικότητα

Γράφει ο Μανώλης Κοττάκης

Πηγή: newsbreak.gr

 

Κακώς κατηγορείται ο οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού για ρατσισμό από την αξιωματική αντιπολίτευση επειδή, αναφερόμενος στο νέο κεφαλαιοποιητικό ασφαλιστικό σύστημα, υποστήριξε ότι θα πρέπει επιτέλους «να σταματήσουμε να παίρνουμε τα λεφτά των νέων και να τα δίνουμε στους ηλικιωμένους».

Δεν είναι ιδεολογικά εμπαθής η προσέγγιση του κυρίου Αλέξη Πατέλη, είναι απλώς ανακριβής, εκτός κοινωνικής πραγματικότητος. Αγνοεί τον τρόπο λειτουργίας της κλασικής ελληνικής πυρηνικής οικογένειας.

Η σύνταξη και τα αναδρομικά του παππού και της γιαγιάς στην τσέπη ποίου καταλήγουν άραγε; Μήπως στην τσέπη του άνεργου εγγονού και της άνεργης εγγονής; Πριν, άλλωστε, φθάσει το κράτος να σκέφτεται πώς θα εγγυηθεί τις συντάξεις των σημερινών νέων, έχει ένα άλλο χρέος, που προηγείται του Ασφαλιστικού: να τους βρει δουλειά. Να τους στηρίξει. Να τους απελευθερώσει από την παγίδα της φτώχειας. Διότι σήμερα κυκλοφορούν ανάμεσά μας «σιωπηροί» αξιοπρεπέστατοι πένητες νέοι και νέες, που κάθε βράδυ γυρίζουν για να μείνουν σε μεταμοντέρνες «τρύπες» των 30 και των 40 τετραγωνικών. Και αυτό που περιμένουν να τους απαντήσει η κυβέρνηση είναι η ερώτηση «πώς θα ζήσω τώρα;», όχι «πώς θα ζήσω μετά πενήντα χρόνια;».

Αλλά επειδή στην Ελλάδα έχουμε μάθει να μιλάμε μόνο με συνθήματα και κλισέ, το ρηχό πολιτικό σύστημά μας ανέδειξε ως αιχμή της κριτικής του προς τον οικονομικό σύμβουλο του πρωθυπουργού (ο οποίος ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα με όσα ενδιαφέροντα κατά καιρούς λέει) την «ύβριν» προς την τρίτη ηλικία. Για να αλιεύσει προφανώς συμπάθειες στο μισό εκλογικό σώμα μιας γερασμένης Ελλάδας. Ή του επιτέθηκε για το γεγονός ότι δηλώνει ανοικτά ομοφυλόφιλος (open gay στη γλώσσα των νέων), λες και, αν δήλωνε straight, θα ήταν σωστή η άποψή του.

Ο ρατσισμός δεν πολεμάται με ρατσισμό! Προτείνω να φύγουμε από τα συνθήματα. Τα παλαιά ιδιώματα δεν λειτουργούν πλέον. Είμαστε σε νέα εποχή. Ακόμη και οι «ρετσέτες» με τις οποίες ντύνει η αξιωματική αντιπολίτευση τον πολιτικό της λόγο ότι το σύστημα αυτό, το κεφαλαιοποιητικό, είναι «νεοφιλελεύθερο» είναι εντελώς ξεπερασμένες. Από την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο, του οποίου το προοίμιο συνιστά μια ωδή στον Μίλτον Φρίντμαν και τον Φρίντριχ Χάγιεκ και από την ώρα που ψήφισε τον νόμο του αγαπητού Γιώργου Κατρούγκαλου, δεν νομίζω ότι δικαιούται να προσάπτει στον Μητσοτάκη, στον Πατέλη και σε όποιον άλλον την κατηγορία του νεοφιλελευθερισμού.

Εδώ νομίζω ότι η πρόταση Πατέλη, που έχει καταστεί ήδη νόμος του κράτους που θα κληθεί να εφαρμόσει ο νέος υφυπουργός Ασφάλισης (άνευ του «Κοινωνικής») Πάνος Τσακλόγλου, μπορεί να αξιολογηθεί υπό τον τύπο ενός και μόνου ρεαλιστικού ερωτήματος: Δουλεύει ή δεν δουλεύει στην πράξη; Και ακόμη: Η έξοδος χιλιάδων νέων από το κοινωνικό αναδιανεμητικό σύστημα θα δημιουργήσει χρηματοδοτική τρύπα τεραστίων διαστάσεων στον ΕΦΚΑ ή όχι; Θεωρώ, μελετώντας το σύστημα του Πανευρωπαϊκού Ατομικού Συνταξιοδοτικού Προϊόντος (PEPP) που εισηγείται ο κύριος Πατέλης, πως το κυρίαρχο ζήτημα είναι η έννοια της εμπιστοσύνης. Με το παλαιό αναδιανεμητικό σύστημα ο ασφαλισμένος γνώριζε έναν και μοναδικό διαχειριστή των εισφορών του διά βίου: το κράτος και τους εκπροσώπους του.

Το κράτος και τους εκλεγμένους υπουργούς του. Το σύστημα είχε δικλίδες ασφαλείας. Κανείς δεν μπορούσε να τζογάρει τις εισφορές του στις κεφαλαιαγορές χωρίς να υποστεί τη βάσανο του δημοκρατικού ελέγχου, όπως απεδείχθη στην υπόθεση των δομημένων ομολόγων (έστω και αν οι αποδόσεις τους μακροπρόθεσμα απεδείχθησαν θετικές). Κανείς δεν μπορούσε να του κόψει τη σύνταξη χωρίς να υποστεί τη βάσανο του ελέγχου αντισυνταγματικότητος. Το Συμβούλιο Επικρατείας ήταν πάντα εκεί, στο πλευρό των ασφαλισμένων, για την περίπτωση που παραβιάζεται το Σύνταγμα. Το έδειξε με την τελευταία απόφασή του για τα αναδρομικά.

Με το αναδιανεμητικό σύστημα ο νέος εργαζόμενος δάνειζε τις εισφορές του στο κράτος για να πληρώνει τις συντάξεις στο όνομα της συνταγματικώς κατοχυρωμένης συμφωνίας ότι, όταν έρθει η δική του σειρά να συνταξιοδοτηθεί, θα εγγυηθούν τη σύνταξή του οι εργαζόμενοι που έρχονται πίσω του. Με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ο ασφαλισμένος αλλάζει διαχειριστή εισφορών και αναθέτει στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρίες τις οικονομίες του. Σύμφωνα, μάλιστα, με το Πανευρωπαϊκό Συνταξιοδοτικό Προϊόν που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 4 Απριλίου 2019 με νομοθετικό ψήφισμα, οι νέοι ασφαλισμένοι θα μπορούν να δημιουργούν τον ατομικό τους κουμπαρά εμπιστευόμενοι τις εισφορές τους σε τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρίες ή άλλα χρηματοδοτικά σχήματα και θα δύνανται, αν το επιθυμούν, να αλλάζουν πάροχο κάθε πενταετία. Σε αντίθεση με το αναδιανεμητικό σύστημα, στο κεφαλαιοποιητικό ο ασφαλισμένος δανείζει τις εισφορές του σε περισσότερους από έναν διαχειριστές έως το πέρας του εργασιακού βίου του με διαδοχικά πενταετή συμβόλαια. Η θεμελιώδης διαφορά λοιπόν μεταξύ αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού είναι ότι στο πρώτο δανείζεις τις εισφορές σου στο κράτος, στο δεύτερο δανείζεις τις εισφορές σου σε τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία. Και βεβαίως η επόμενη διαφορά είναι ότι, αν το κράτος μοχλεύσει τις εισφορές σου, ξέρεις σε ποιον να απευθυνθείς, πώς να τον ελέγξεις και πώς να τον σταματήσεις.

Και αν δεν σε ακούσει, έχεις και το όπλο να τον τιμωρήσεις. Στις δημοκρατίες οι πολίτες ψηφίζουν ενώ έχουν και το Σύνταγμα «σύμμαχο» για να προσφεύγουν στα διοικητικά δικαστήρια. Αντιθέτως, αν η τράπεζα ή η ασφαλιστική, ελληνική ή ξένη, μοχλεύσει την εισφορά σου σε κάποια διεθνή αγορά, αυτό είναι πιθανόν και να μην το μάθεις ποτέ. Και αν τυχόν σε εξαπατήσει όπως κάποτε η ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, το μόνο μέσο που έχεις στη διάθεσή σου για να διεκδικήσεις το δίκαιό σου είναι ο εγκλεισμός των υπευθύνων στη φυλακή.
Η αποζημίωση από πτωχευμένη εταιρία δεν είναι βεβαία. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, εδώ δεν μιλάμε για ατομικό κουμπαρά (αυτοί ήταν ανέκαθεν ερμητικώς κλειστοί, έπρεπε να τους σπάσεις για να αποσπάσεις τις αποταμιεύσεις, θυμάμαι από το σχολείο), αλλά για ιδιωτικές τοποθετήσεις με ρίσκο. Το ζήτημα που ανοίγει λοιπόν η συνέντευξη Πατέλη, και καλώς το ανοίγει, είναι: Σε ποιον να εμπιστευτώ τις εισφορές μου; Στο κράτος που μου περιέκοψε 13 φορές τις συντάξεις αλλά το ξέρω και το ελέγχω ή στην τράπεζα και την ασφαλιστική που δεν τις περιέκοψε, αλλά δεν την ξέρω και δεν μπορώ να την ελέγξω; Μια κυβέρνηση μπορώ να την τιμωρήσω, μια γενική συνέλευση μετόχων όμως; Αν και ένα πρώτο συμπέρασμά μου είναι ότι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα είναι ένας εύσχημος τρόπος ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών με τη θεσμοθέτηση ενός παράλληλου συστήματος καταθέσεων -τις εισφοροκαταθέσεις-, εντούτοις η προσέγγιση που οφείλουμε να κάνουμε είναι με όρους πραγματικούς και όχι με όρους ιδεολογικούς:

Με συμφέρει ή δεν με συμφέρει; Να τους εμπιστευτώ τον ιδρώτα μου ή όχι;» Τα λοιπά είναι για τα μουσεία της ιδεολογίας. Αποπροσανατολίζουν και διευκολύνουν τη συσκότιση. Το μοναδικό μέγα ιδεολογικό ζήτημα που ανοίγει η θέσπιση της ιδιωτικής ασφάλισης, συνδυαζόμενο όμως με τις εκχωρήσεις και άλλων αρμοδιοτήτων του σκληρού πυρήνα της εξουσίας, είναι αυτό: Αν το κράτος δεν εγγυάται τις συντάξεις, δεν εισπράττει αύριο τους φόρους (ΕΝΦΙΑ), δεν ρυθμίζει τους κανόνες για το ποιος εισάγεται στο πανεπιστήμιο αλλά το αναθέτει στους πρυτάνεις κ.λπ., τότε… «γιατί υπάρχει το κράτος;».

Γι’ αυτά όμως σε επόμενο σημείωμα, που θα φέρει τον τίτλο ενός βιβλίου του φιλελεύθερου διανοητή Γκι Σορμάν: «Το ελάχιστο κράτος».

Υστερόγραφα Team

Υστερόγραφα Team

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι

Διαβάστε Ακόμα...