• 20 Οκτωβρίου, 2020

Μητσοτάκης: Η θωράκιση της πατρίδας είναι επιταγή

 Μητσοτάκης: Η θωράκιση της πατρίδας είναι επιταγή

Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την κύρωση των συμφωνιών για οριοθέτηση Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Πριν αναφερθώ στο αποκλειστικό θέμα της σημερινής μας συζήτησης, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω εκφράζοντας για ακόμα μια φορά τα συγχαρητήριά μου στο Λιμενικό μας Σώμα. Όπως και στις Ένοπλες Δυνάμεις, που συνεργάστηκαν χθες το βράδυ σε αντίξοες συνθήκες, στη μεγαλύτερη επιχείρηση διάσωσης που έγινε τους τελευταίους μήνες στο Αιγαίο, δυτικά της Χάλκης. Κάτω από δύσκολες συνθήκες, σχεδόν 100 ζωές σώθηκαν, περιθάλπονται από το ελληνικό κράτος. Είναι μία ακόμα τρανή απόδειξη ότι η δράση μας στις θάλασσες δεν είναι μόνο εθνική, αλλά και ανθρωπιστική. Και είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους επιμένουν να διαδίδουν fake news για δήθεν αδιαφορία της Ελλάδας για ανθρώπους οι οποίοι κινδυνεύουν στη θάλασσα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η σημερινή συνεδρίαση είναι μια συνεδρίαση ξεχωριστής σημασίας, καθώς η Βουλή των Ελλήνων καλείται να κυρώσει δύο εμβληματικές συμφωνίες με την Ιταλία και με την Αίγυπτο. Δύο επίσημα κείμενα, που οριοθετούν τις θαλάσσιες ζώνες μεταξύ των χωρών μας. Στα οποία, όμως, καταγράφονται και ρητές ρυθμίσεις, καθοριστικές για τα ευρύτερα εθνικά μας συμφέροντα. Έχουν, συνεπώς, μείζον ιστορικό και πολιτικό βάρος.

Ακριβώς γι’ αυτό θα ήθελα να επισημάνω -το έκανε και ο Υπουργός Εξωτερικών στη συζήτηση που έγινε στην αρμόδια Επιτροπή- ότι ο λόγος μας, ειδικά σήμερα, πρέπει να είναι και μετρημένος και υπεύθυνος. Γιατί τα όσα θα ακουστούν σε αυτή την αίθουσα αποτελούν εξ αντικειμένου τεκμήρια, τα οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί κάποιοι να θελήσουν να τα χρησιμοποιήσουν για να υπονομεύσουν την εθνική στρατηγική της χώρας. Ας είμαστε, λοιπόν, ειδικά σήμερα, ιδιαίτερα προσεκτικοί. Γι’ αυτό και θα μιλήσω μόνο μια φορά, πρόθεσή μου είναι να μην δευτερολογήσω.

Οι δύο συμφωνίες που έχουμε ενώπιόν μας υπογράφηκαν με διαφορά λίγων μόνο εβδομάδων, επιλύοντας όμως εκκρεμότητες δεκαετιών με τα γειτονικά κράτη. Εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο. Αναγνωρίζοντας, ταυτόχρονα, εθνική ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα με κυριαρχικά δικαιώματα στη θάλασσα σε όλα τα νησιά μας. Και διεμβολίζουν, τέλος, παράνομες ενέργειες στην περιοχή, εγκαθιστώντας έτσι στις θάλασσές μας μία νέα πραγματικότητα ειρήνης και ασφάλειας.

Πάνω από όλα όμως, οι δύο αυτές Συνθήκες σηματοδοτούν την επιστροφή της Ελλάδας σε έναν ρόλο που όχι απλά τον δικαιούται, αλλά οφείλει κιόλας να τον δικαιώνει καθημερινά. Το ρόλο του εγγυητή των ανατολικών συνόρων αλλά και των συμφερόντων της Ευρώπης στη Μεσόγειο. Το ρόλο του πρεσβευτή του Διεθνούς Δικαίου. Το ρόλο του σταθερού βραχίονα διαλόγου και συνεργασίας σε αυτήν την πολύ ταραγμένη πλευρά του χάρτη.

Είναι ακριβώς αυτός ο ρόλος που της αναγνωρίζεται διεθνώς, όλο και πιο έντονα. Γι’ αυτό και, μόλις προ ημερών, ο Πρόεδρος Macron καθιέρωσε τον βαρυσήμαντο όρο «ευρωπαϊκή κυριαρχία» στη «θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο: «Mare nostrum», «θάλασσά μας», θυμίζω ότι ήταν τα λόγια του. Ενώ και η Καγκελάριος Merkel μίλησε ανοιχτά για «δικαιώματα των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αμφισβήτηση των οποίων δεν μπορεί να γίνει ανεκτή».

Πρόκειται για σημαντικές δηλώσεις που παράγουν πολιτικά γεγονότα. Πλαισιώνονται, βέβαια, από ανάλογες τοποθετήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ, αλλά και σημαντικών χωρών του Αραβικού Κόσμου. Γιατί, πράγματι, οι συμφωνίες της Ελλάδας με την Αίγυπτο και με την Ιταλία είναι διμερείς, έχουν όμως ισχύ έναντι πάντων. Εκπέμπουν μία οικουμενική ακτινοβολία. Γιατί εμπλουτίζουν τη διεθνή πρακτική με ένα φωτεινό παράδειγμα διακρατικής συνεννόησης, στηριζόμενης στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.

Είναι μία απόδειξη ότι η συστηματική διπλωματία μπορεί, τελικά, να ξεπεράσει εμπόδια τα οποία φαίνονται ανυπέρβλητα και να φέρει λύσεις αμοιβαία επωφελείς. Αξίζουν, λοιπόν, συγχαρητήρια στον Υπουργό και στα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών, που εργάστηκαν αθόρυβα και μεθοδικά. Και διαπραγματεύτηκαν, όχι μόνο με δυναμισμό αλλά και με δεξιοτεχνία, με τους ξένους ομολόγους τους, ώστε να φτάσουμε τελικά σε αυτήν τη διπλή εθνική επιτυχία.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Γνωρίζετε ότι για κάθε εξέλιξη στα εθνικά μας μέτωπα ενημερώνω προσωπικά τους πολιτικούς αρχηγούς. Αυτό συνέβη και πριν -το τονίζω- πριν από την υπογραφή της Συνθήκης με την Αίγυπτο. Και ειδικά για τις δύο πρόσφατες συμφωνίες, ο Υπουργός Εξωτερικών έχει ήδη κάνει αναλυτική παρουσίαση στα κόμματα. Ενώ και εδώ, στη Βουλή, τόσο σε επίπεδο Επιτροπής όσο και σε επίπεδο Ολομέλειας η συζήτηση είναι, νομίζω -όσο επιτρέπει το θέμα- αναλυτική. Γι’ αυτό και από αυτό εδώ το βήμα θα περιοριστώ σε μερικά μόνο σχόλια, ακολουθώντας τη χρονολογική διαδοχή των γεγονότων:

Αρχές Ιουνίου, λοιπόν, οι Υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Ιταλίας υπογράφουν τη συμφωνία καθορισμού των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών. Μαζί της, γνωστοποιείται και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η σύμφωνη γνώμη των δύο μερών να υπάρξει, στο μέλλον, κατάλληλη τροποποίηση στο Παράρτημα του Κανονισμού περί Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

Η Συμφωνία αυτή, ασφαλώς αποτελεί ένα ξεχωριστό ορόσημο. Είναι η πρώτη που υπογράφει η χώρα μας, η πρώτη που θεσπίζει τα όρια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με μία γειτονική χώρα. Αλλά και γιατί απαντά θετικά στα εθνικά ζητούμενα. Στηρίζεται στο Δίκαιο της Θάλασσας, υιοθετεί τη μέση γραμμή ως μέθοδο χάραξης των ζωνών, αναγνωρίζοντας υφαλοκρηπίδα στα νησιά και κυριαρχικά δικαιώματα στις θάλασσες γύρω απ’ αυτά. Καθώς, μάλιστα, η Συνθήκη με την Ιταλία ακολουθεί την οριογραμμή του 1977 -κάτι το οποίο, εξάλλου, συνηθίζεται στην πρακτική και στη νομολογία των οριοθετήσεων- κατοχυρώνει την ταύτιση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε ό,τι αφορά το εύρος τους.

Αποδεικνύεται, έτσι, ότι η χώρα παραμένει αμετακίνητη στις πάγιες θέσεις της για τη μέθοδο της μέσης γραμμής αλλά και σχετικά με την επήρεια των νησιών, ακόμη και όταν αυτά βρίσκονται απέναντι από ηπειρωτικές ακτές άλλης χώρας με μεγαλύτερη έκταση. Γι’ αυτό και έναντι της όποιας μειωμένης επήρειας ορισμένων μικρών νησιών αντιπαραβάλλονται μετακινήσεις της μέσης γραμμής υπέρ της Ελλάδας σε άλλα σημεία της οριοθέτησης.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η συνεννόηση με την Ιταλία αποτέλεσε τον προπομπό, αποτέλεσε το αναγκαίο προστάδιο για τη συμφωνία με την Αίγυπτο. Στο ίδιο πνεύμα πάντα: Οι άριστες διμερείς μας σχέσεις να αναβαθμιστούν με τον καθορισμό Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Με το ίδιο υπόβαθρο: Το Δίκαιο της Θάλασσας. Και τον ίδιο πάντα στόχο: Να υπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα παράλληλα με την υπέρβαση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Γιατί γνωρίζετε καλά ότι με την Αίγυπτο το ζήτημα αυτό ανατρέχει στη δεκαετία του ’80. Διμερείς συζητήσεις ξεκίνησαν το 2005, στροβιλίζονταν σε 14 αλλεπάλληλους γύρους, έμοιαζαν να μην έχουν τέλος. Και όλα αυτά, ενώ τα κενά από την πολύχρονη ελληνο-αιγυπτιακή διστακτικότητα επιχειρούσαν να καλύψουν τρίτοι εμπλεκόμενοι. Με άκυρες και προκλητικές αποφάσεις που πολλαπλασιάζουν τις δυσκολίες.

Στη διαβούλευση αυτή, προτεραιότητά μας υπήρξε η συμφωνία να συνομολογηθεί βάσει της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Γιατί ακριβώς είναι αυτή που καθιερώνει τις αρχές της θαλάσσιας οριοθέτησης. Αναγνωρίζει στα νησιά κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες. Όπως και το κρίσιμο δεδομένο ότι, σε θάλασσες όπως η Μεσόγειος, η έκταση και τα όρια της υφαλοκρηπίδας ταυτίζονται με αυτά της ΑΟΖ. Η υφαλοκρηπίδα, εξάλλου -το γνωρίζετε καλά- ισχύει «εξυπαρχής» και «αυτοδικαίως» -«ab initio» και «ipso facto», όπως λένε οι νομικοί. Και ασφαλώς τίποτα δεν εμποδίζει τη χώρα μας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια. Όποτε, βέβαια, η ίδια το κρίνει αυτό σκόπιμο.

Ταυτόχρονα, επελέγη καταρχάς ο δρόμος της μερικής οριοθέτησης. Βέβαια -προσέξτε- ήδη από το πρώτο άρθρο, τα δύο μέρη δεσμεύονται ρητά να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για τη συνέχιση της οριοθετικής γραμμής.

Η άμεση οριοθέτηση ήταν αναμφίβολα επείγουσα, καθώς στην περιοχή εξελίσσεται η παράνομη επιχείρηση της Τουρκίας να συναλλαγεί με δυνάμεις της Λιβύης σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών. Εξάλλου, ταχεία μερική οριοθέτηση είχε προτείνει -και δημόσια- και η Αξιωματική Αντιπολίτευση. Συμφωνήσαμε, έτσι, σε μια γραμμή οριοθέτησης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα αμφοτέρων. Δεν θα επεκταθώ στις λεπτομέρειες, που αποτυπώνονται στους σχετικούς χάρτες. Θα σημειώσω, όμως, τρία κομβικά σημεία:

Πρώτον, η ελληνική ζώνη κυριαρχικών δικαιωμάτων αυξάνεται, τώρα, σχεδόν κατά 38.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Που προστίθενται στα 76.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα που προέκυψαν από τη συμφωνία με την Ιταλία.

Δεύτερον, η τελική γραμμή οριοθέτησης επιβεβαιώνει πως τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και αντίστοιχη υφαλοκρηπίδα. Δεδομένο καίριο και για το Καστελόριζο.

Τρίτον, η Ελλάδα διατηρεί ενεργά τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Τόσο στην περιοχή ανατολικά του 28ου Μεσημβρινού, όσο και δυτικά του 26ου. Πάντα στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας.

Σχετικά με το τελευταίο πρέπει να τονιστεί ότι η Αίγυπτος, στη διάρκεια των συζητήσεων και μετά από πολλές συζητήσεις -και δικές μου με τον Πρόεδρο el-Sisi- αναμόρφωσε την αρχική, άκαμπτη θέση της η συμφωνία να αφορά μόνον το χώρο μεταξύ 26ου και 28ου Μεσημβρινού. Δέχθηκε, δηλαδή, η διαπραγμάτευση να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί με ευρύτερο, πια, αντικείμενο. Συνομολογώντας, πάντως, ότι αυτή η μερική οριοθέτηση είναι τελική και απόλυτα δεσμευτική.

Με άλλα λόγια, το Κάιρο απέρριψε δελεαστικές προτάσεις οι οποίες υποτίθεται ότι θα απέφεραν στην Αίγυπτο πολύ μεγαλύτερο θαλάσσιο και υποθαλάσσιο χώρο. Ταυτόχρονα, δεσμεύτηκε να βαδίσει με την Αθήνα το δρόμο της οριστικής οριοθέτησης και των υπόλοιπων περιοχών. Εξουδετέρωσε, στην πράξη, δηλαδή, τις μεθοδεύσεις Άγκυρας – Τρίπολης. Καταδεικνύοντας το ανυπόστατο των τουρκικών βλέψεων, αλλά και δικαιώνοντας τις ελληνικές θέσεις σχετικά με τα κυριαρχικά δικαιώματα στην οριοθετηθείσα περιοχή.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Το εθνικό, πολιτικό και συμβολικό φορτίο των συμφωνιών που θα κυρώσει σήμερα η Βουλή είναι πολύ μεγαλύτερο από τις εκτάσεις στις οποίες αναφέρονται. Γιατί η διευθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών με τις γειτονικές μας χώρες αίρει, όπως είπα, χρόνιες εκκρεμότητες. Επαναφέρει το Διεθνές Δίκαιο ως κύριο ρυθμιστή των διακρατικών σχέσεων, επικυρώνοντας όλα τα εθνικά μας ζητούμενα. Και, τέλος, επιτρέπει την αξιοποίηση κοινών πόρων. Μετατρέπει, με άλλα λόγια, τις θάλασσες που χωρίζουν τα κράτη σε πηγές ευημερίας που ενώνουν τους πολίτες τους.

Πάνω από όλα όμως, οι Συνθήκες με την Ιταλία και την Αίγυπτο επαναθεμελιώνουν στην περιοχή ένα καθεστώς νομιμότητας. Περιθωριοποιούν αυθαίρετες μονομερείς πρακτικές. Και αποδεικνύουν ότι η συνεργασία έχει τρόπο να αποκτά και αυστηρό νομικό πρόσημο, ώστε να γίνεται ανάχωμα στις πιο βίαιες συμπεριφορές.  Και όλα αυτά δεν προέκυψαν, ασφαλώς, ούτε ξαφνικά ούτε τυχαία: Έχουν προηγηθεί πολυμερής, πολυεπίπεδη συνεργασία της χώρας με το Ισραήλ, με την Κύπρο, με την Αίγυπτο, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τη Σαουδική Αραβία. Σχεδόν εβδομαδιαίες οι επαφές μου με Ευρωπαίους ηγέτες. Η ενδυνάμωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, σταθερές συνεννοήσεις με όλο τον Αραβικό Κόσμο. Και ο καθοριστικός ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια.

Είναι αλήθεια ότι, κατά περιόδους, η εξωτερική πολιτική της χώρας έμοιαζε να έχει μόνο αμυντικά χαρακτηριστικά. Και ρυθμούς μάλλον αργούς, που μετέθεταν τις όποιες εξελίξεις στο μέλλον. Η ακινησία, όμως, περιθωριοποιεί όταν οι συσχετισμοί γύρω μας αλλάζουν αδιάκοπα. Η αδράνεια συχνά περιορίζει τις εθνικές στοχεύσεις. Κι όμως, η αναβλητικότητα δεν απέχει από την παθητικότητα, συχνά οι σημερινοί ενδοιασμοί κινδυνεύουν να γίνουν αυριανοί οδυνηροί συμβιβασμοί.

Επί 46 χρόνια, επικαλούμασταν κυριαρχικά δικαιώματα στα οποία ουδέποτε δώσαμε διμερή νομική υπόσταση. Θυμίζω ότι, ενώ η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ δεν συνιστούν εθνική επικράτεια, αποτελούν πεδίο άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει πρώτα απ’ όλα οι θαλάσσιες ζώνες να οριοθετηθούν, σύμφωνα, πάντα, με το Δίκαιο της Θάλασσας. Ε λοιπόν, αυτήν την ενεργή διπλωματία ακολουθεί σήμερα η πατρίδα μας. Μία πολιτική, η οποία ξεδιπλώνεται σταδιακά, σε κάθε μέτωπο που την αφορά. Πολύ περισσότερο, καθώς σήμερα υπάρχουν δυνάμεις που σπεύδουν να καλύψουν κενά, καραδοκούν για να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Εκλαμβάνοντας, όπως φαίνεται, τη νομιμότητα ως αμηχανία και το δικό τους θράσος ως αδυναμία του άλλου. Κάνουν, όμως, μεγάλο λάθος! Γιατί η ολιγωρία δεν έχει, πια, θέση στην εξωτερική μας πολιτική.

Εδώ και ένα χρόνο, η Κυβέρνηση αυτή μιλά λίγο, αλλά δρα πολύ. Εντάσσει τα συμφέροντα του τόπου στη συγκυρία. Συνδυάζει αποφασιστικότητα με ευελιξία. Συγκροτεί συμμαχίες με οδηγό το Διεθνές Δίκαιο. Και, κυρίως, δεν διστάζει να παίρνει τολμηρές πρωτοβουλίες, πρωτοβουλίες που φέρνουν αποτέλεσμα σε όλες τις ανοιχτές προκλήσεις.

Αυτό απέδειξαν και οι χειρισμοί μας στον Έβρο που οδήγησαν σύσσωμη την Ευρώπη να υπερασπιστεί δυναμικά τα ανατολικά της σύνορα, όχι μόνο τα σύνορα της Ελλάδας, τα σύνορα της Ευρώπης.

Αυτό φάνηκε και από την πρώτη επιστολή που υπέγραψα με ακόμα οκτώ ηγέτες, που αποδείχτηκε προάγγελος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Αυτό προκάλεσε την πρόσφατη ενεργό συμπαράταξη της Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτά βεβαιώνουν, τώρα, οι συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Είναι το αποτέλεσμα ενός νέου πατριωτισμού που αποτελεί όμως, πλέον, πυξίδα της χώρας στη διεθνή σκηνή.

Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώνω σήμερα στην εθνική αντιπροσωπεία ότι άμεσα, με νομοσχέδιο που θα καταθέσει η Κυβέρνηση, η Ελλάδα επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη προς Δυσμάς από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια! Η Ελλάδα μεγαλώνει. Το έχουν πει κι άλλοι, εμείς όμως είμαστε αυτοί που το κάνουμε πράξη. Προβαίνουμε, έτσι, σε μία θαλάσσια περιοχή -συγκεκριμένα αυτή του Ιονίου και των Ιονίων Νήσων μέχρι και το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου- στην άσκηση ενός αδιαμφισβήτητου κυριαρχικού δικαιώματός μας, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Ένα δικαίωμα, το οποίο η χώρα μας επιφυλάσσεται να ασκήσει μελλοντικά και σε άλλες θαλάσσιες περιοχές. Και το οποίο  έχουν ήδη ασκήσει οι γείτονές μας. Με σεβασμό στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και την εφαρμογή της μέσης γραμμής, εκεί που η απόσταση μεταξύ των ακτών είναι μικρότερη από τα 24 μίλια.

Ο Υπουργός Εξωτερικών έχει ήδη ενημερώσει τους ομολόγους του της Ιταλίας και της Αλβανίας για αυτή μας την απόφαση. Και σύντομα θα επισκεφθεί τα Τίρανα, για να συζητήσει με την αλβανική κυβέρνηση την οριστική επίλυση της εκκρεμότητας οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών. Με βάση, προφανώς, τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, της οποίας και οι δύο χώρες είμαστε συμβαλλόμενα μέρη.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Ίσως δεν υπάρχει καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των επιλογών μας από τις σπασμωδικές αντιδράσεις που αυτές προκαλούν, δυστυχώς, στη γειτονική Τουρκία. Όχι, βέβαια στο λαό της, αλλά στην ηγετική της ομάδα. Ένα επιτελείο που επιμένει να χρησιμοποιεί τα λόγια μόνο για να φωνασκεί και όχι για να συζητά. Και τις πράξεις μόνο για να προκαλεί και όχι για να συνθέτει.

Γι’ αυτό και αιχμαλωτίζεται όλο και πιο πολύ στα δίχτυα της πολιτικής και διπλωματικής απομόνωσης. Γιατί τι άλλο από ολική αποτυχία μπορεί να σημαίνει η καταδίκη των ενεργειών της Άγκυρας στη Μεσόγειο από όλη την παγκόσμια κοινότητα; Και πόσο διαφορετική από έναν απεγνωσμένο παροξυσμό μπορεί να είναι η τελευταία προκλητική απόφαση να μετατραπεί σε τζαμί το πανανθρώπινο μνημείο της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη;

Η καθοδική αυτή περιδίνηση φοβάμαι ότι δεν είναι στιγμιαίο συμβάν. Είναι μέρος μιας διαρκούς κρίσης, που συνιστά στρατηγική ήττα και θα κλιμακώνεται αν δεν αλλάξει εγκαίρως αυτή η λανθασμένη επιλογή. Όσο κάποιοι θα καταπατούν το Διεθνές Δίκαιο, τόσο θα αντιμετωπίζονται από τη Διεθνή Κοινότητα ως ταραξίες.

Δεν θα επεκταθώ πολύ περισσότερο, γιατί οι θέσεις μας απέναντι στη γειτονική χώρα είναι κρυστάλλινες: Η αποφασιστικότητά μας στην υπεράσπιση των εθνικών μας δικαίων έχει ήδη φανεί, όπου κι όπως χρειάστηκε. Και οι Ένοπλες Δυνάμεις μας βρίσκονται πάντα σε επιφυλακή.

Όσο ισχυρή, όμως, είναι η Ελλάδα στο πεδίο, άλλο τόσο αισθάνεται δυνατή και στο τραπέζι του διαλόγου. Γιατί τα όπλα του Διεθνούς Δικαίου, των σχέσεων καλής γειτονίας, της πολιτισμένης συμπεριφοράς είναι όπλα ακαταμάχητα. Συνεπώς, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να οδηγήσει την Τουρκία στο στίβο της νομιμότητας. Γι’ αυτό και θα επαναλάβω ότι ο δρόμος της συνεννόησης για το ένα, ανοιχτό, εκκρεμές ζήτημα που έχουμε με την Τουρκία, αυτό της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι ανοιχτός, μπορεί να ανοίξει και για την Άγκυρα. Υπό έναν όρο, όμως, υπό έναν όρο: Να σταματήσει αμέσως τις προκλήσεις!

Στην Ιστορία, άλλωστε, πρώτοι οι Έλληνες καθιέρωσαν τον «κλάδο ελαίας». Ξέρουν, συνεπώς, ότι δεν μπορεί να έχει αγκάθια. Έξι λέξεις, λοιπόν, αρκούν: Σταματούν οι προκλήσεις, ξεκινούν οι συζητήσεις.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Κλείνω χωρίς καμία αναφορά στην πανδημία και στις συνέπειές της. Το τεράστιο αυτό ζήτημα θα μας απασχολήσει, φαντάζομαι, και στις ημέρες που έρχονται. Δεν θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία του εθνικού θέματος που σήμερα έχουμε ενώπιόν μας. Γιατί η θωράκιση της πατρίδας δεν είναι επιλογή. Είναι επιταγή! Και αυτήν, ακριβώς, εξυπηρετούν οι συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο, που καλούμαστε να κυρώσουμε σε λίγο.

Σήμερα, σας μίλησα καθαρά και με εντιμότητα, έχοντας πλήρη επίγνωση της ιστορικότητας της στιγμής. Σε μια τέτοια συγκυρία η αποχή από τη σημερινή ψηφοφορία σημαίνει υπεκφυγή. Και το αμήχανο «παρών» ισούται με «απών» από την ιστορική ευθύνη.

Καταλαβαίνω, κύριε Τσίπρα, ότι έχετε ζητήσει ονομαστική ψηφοφορία. Θα είναι η πρώτη φορά σε αυτήν την αίθουσα που γίνεται αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας για να ψηφίσετε, τελικά, «παρών» και να μην εκφράσετε μια καθαρή θέση σε ένα τέτοιο κρίσιμο ζήτημα. Και αυτό, μάλιστα, να γίνει με δική σας πρωτοβουλία και με δική σας υπαιτιότητα. Θέλω να σας ζητήσω να επαναξιολογήσετε το αίτημά σας αυτό. Για έναν πρακτικό λόγο: Διότι ο Υπουργός Εξωτερικών πρέπει να πάει αύριο στη Σύνοδο Υπουργών με ψηφισμένη τη συμφωνία και όχι για τακτικούς λόγους να καθυστερούμε για να λύσετε εσείς τις δικές σας εσωκομματικές αντιρρήσεις τις οποίες μπορεί να έχετε.

Αναρωτιέμαι εάν στο ζήτημα αυτό από μέρους σας θα υπάρχει κομματική πειθαρχία. Γιατί δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρχει κομματική πειθαρχία που να υπονομεύει την εθνική ευθύνη, διότι ουκ ολίγοι βουλευτές σας έχουν ταχθεί υπέρ της συμφωνίας. Για να δούμε, λοιπόν, πως θα ψηφίσουν στην ονομαστική ψηφοφορία την οποία εσείς προκαλείτε;

Σε κάθε περίπτωση θα ήταν ευχής έργον να αναθεωρήσετε την άποψή σας, έτσι ώστε η εθνική γραμμή -ως προς το τι θα ψηφίσετε και όχι μόνο ως πως το πως θα ψηφίσετε- γιατί η εθνική γραμμή πρέπει να σαφής, πρέπει να είναι κοινή, πρέπει να είναι ευθεία. Δεν πρέπει να είναι ούτε θαμπή, δεν πρέπει να είναι ούτε τεθλασμένη.

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι η υπερψήφιση αυτής της συμφωνίας  από όλες τις πτέρυγες της Βουλής είναι επιβεβλημένη. Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, επιφυλάξεις, διαφωνίες οι οποίες εκφράστηκαν και στην Επιτροπή και οι οποίες κατεγράφησαν και ελήφθησαν υπόψη από την Κυβέρνηση.

Είναι σημαντικό, είναι πολύ σημαντικό, όλοι μαζί να δώσουμε, ενωμένοι, πρόσθετη ισχύ στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και στην κατοχύρωση των εθνικών μας δικαιωμάτων. Είναι πολύ σημαντικό να εκπέμψουμε προς όλους, από αυτήν την αίθουσα, φίλους και αντιπάλους, ένα ισχυρό σήμα ισχυρής και υπεύθυνης πολιτικής. Και ένα παράδειγμα μιας διπλωματίας η οποία βρίσκεται σε κίνηση, μιας διπλωματίας με σχέδιο, με προοπτική. Που οδηγεί σε λύσεις αρμονικές, λύσεις συνύπαρξης και δημιουργικής συνεργασίας.

Οι δύο συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο μπορούν να μετατραπούν σε δύο βήματα θετικής αμφισβήτησης του ιστορικού Fernand Braudel. Αυτός έλεγε για την Μεσόγειο, όταν έγραφε στα μέσα του 20ου αιώνα, ότι «η Γεωγραφία είναι ένας μοχλός που επιβραδύνει την Ιστορία».

Κυρώνοντας σήμερα τις δύο αυτές ιστορικές Συνθήκες, μπορούμε να του απαντήσουμε: Στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα είναι στο χέρι μας, είναι στο χέρι όλων μας, να κάνουμε την «κοινή μας θάλασσα» ένα δημιουργικό επιταχυντή της Ιστορίας. Ας το τολμήσουμε!

Σας ευχαριστώ.

Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την κύρωση των συμφωνιών για οριοθέτηση Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο

 

Βρήκα ενδιαφέρουσα, κύριε Βαρουφάκη, την αναλογία την οποία κάνατε μεταξύ της στάσης του κυρίου Τσίπρα το 2015 και της δικής μου στάσης -όπως τουλάχιστον εσείς την ερμηνεύετε- πέντε χρόνια μετά. Βέβαια πρέπει να σας πω ότι υπήρξατε Υπουργός του κυρίου Τσίπρα, άρα κάτι περισσότερο πρέπει να γνωρίζετε για εκείνη την περίοδο. Δικός μου Υπουργός δεν είστε και δεν προβλέπω να γίνετε, άρα στερείστε της εσωτερικής πληροφόρησης για να κάνετε μία τέτοια σύγκριση.

Έρχομαι τώρα στα ζητήματα τα οποία άκουσα. Και θα ήθελα καταρχάς να ξεκινήσω από το τελευταίο σχόλιο το οποίο έκανε ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης όπου μας παρότρυνε να διαβάσουμε την τοποθέτησή του ως μία δημιουργική προσέγγιση, η οποία δεν υπονομεύει συνολικά την εθνική γραμμή. Πρέπει να σας πω, κύριε Τσίπρα, ότι σε πολλά από αυτά τα οποία είπατε συμφωνώ, διότι ουσιαστικά συμφωνήσατε ακριβώς με αυτά τα οποία κάνουμε.

Είπατε επί λέξει, και σε αυτό είστε συνεπής, διότι τα είχαμε συζητήσει και κατ’ ιδίαν, ότι συμφωνείτε με την μερική οριοθέτηση, η οποία προφανώς και δεν μας στερεί το δικαίωμα να προχωρήσουμε στη συνέχεια σε πλήρη οριοθέτηση. Είπατε ότι συμφωνείτε με το χρόνο, διότι αντιλαμβάνεστε κι εσείς το γεγονός ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δημιούργησε άλλα δεδομένα τα οποία έκαναν πιο επείγουσα τη συμφωνία αυτή. Είπατε ότι συμφωνείτε με τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε, είπατε ότι κάθε συμφωνία επιβάλλει και κάποιες παραχωρήσεις, συμβιβασμούς, έτσι ώστε και τα δύο μέρη να αισθάνονται ότι είναι μία συμφωνία η οποία είναι πραγματικά δίκαιη.

Αυτό, λοιπόν, ακριβώς κάναμε και αυτή είναι η Συμφωνία την οποία φέρνουμε προς κύρωση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Εγείρεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα, κύριε Τσίπρα, και κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης: Εάν συμφωνείτε ως προς όλα τα επιμέρους, πώς δικαιολογείτε το «παρών» ως προς την επίσημη θέση του κόμματος, σε αυτή την κρίσιμη ψηφοφορία;

Μας κατηγορείτε ότι μιλάμε με δύο γλώσσες. Εσείς μιλάτε με δύο γλώσσες, διότι αυτή τη στιγμή υποκύπτετε στα δικά σας εσωτερικά διλήμματα και στις δικές σας εσωτερικές αντιφάσεις. Διότι η μισή Κοινοβουλευτική Ομάδα λέει ξεκάθαρα αυτό το οποίο έχουμε πει κι εμείς -και αυτό το οποίο λέτε και εσείς ουσιαστικά- ότι λαμβάνοντας υπόψιν τη μεγάλη εικόνα η συμφωνία αυτή είναι εθνικά ωφέλιμη.

Και είναι εθνικά ωφέλιμη όχι μόνο ως προς τη σχέση μας προς την Αίγυπτο, αλλά διότι αποδεικνύει έμπρακτα σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία ποιος στέκεται με την πλευρά του Δικαίου της Θάλασσας, του Διεθνούς Δικαίου. Ότι μπορούμε τελικά να λύνουμε τις διαφορές μας με αυτό τον τρόπο. Μήνυμα προς όλους τους αποδέκτες της περιοχής, προς όλες τις χώρες οι οποίες δεν έχουν προχωρήσει ακόμα σε τέτοιες οριοθετήσεις.

Και από την άλλη έχετε κάποιες φωνές, όπως του τέως Υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος κατακεραυνώνει τη συμφωνία την οποία αυτός διαπραγματευόταν. Και γνωρίζετε πολύ καλά ότι το πλαίσιο της Συμφωνίας ήταν πάντα το ίδιο και δεν άλλαξε ποτέ. Το γνωρίζετε εσείς, το γνωρίζω εγώ, το γνωρίζει ο κύριος Κατρούγκαλος, το γνωρίζει ο κύριος Δένδιας.

Άρα, ας μιλήσουμε επιτέλους τη γλώσσα της αλήθειας την οποία τόσο επιζητείτε. Η συμφωνία αυτή είναι μία πολύ καλή συμφωνία για τη χώρα. Θα ήταν καλύτερο, κύριε Τσίπρα, η συμφωνία αυτή να είχε υπογραφεί από εσάς, για τον απλούστατο λόγο ότι αν είχε υπογραφεί από εσάς, τότε θα είχε προηγηθεί του τουρκολιβυκού μνημονίου και δεν θα το ακολουθούσε.

Εσείς, για λόγους που γνωρίζετε περισσότερο από εμένα, επιλέξατε να μην υπογράψετε τη Συμφωνία αυτή, αλλά τουλάχιστον κάντε σήμερα, στην Εθνική Αντιπροσωπεία, το βήμα υπέρβασης ώστε να έχετε εσωτερική συνέχεια σε αυτά τα οποία λέτε.

Άκουσα την κριτική και των υπόλοιπων κομμάτων. Διαφωνώ. Θα έρθω στη συνέχεια σε κάποια πράγματα, τα οποία είχαν ένα ενδιαφέρον, τα οποία είπε ο κύριος Βαρουφάκης. Αλλά εδώ υπάρχει ένα μεγάλο κενό εσωτερικής συνέχειας ως προς την τοποθέτηση του κόμματός σας και είστε Αξιωματική Αντιπολίτευση, είστε τέως Πρωθυπουργός. Διαχειριστήκατε τα θέματα αυτά, βρεθήκατε αντιμέτωπος με τα ίδια διλήμματα με τα οποία βρισκόμαστε και εμείς. Εμείς πήραμε την απόφαση να κάνουμε αυτή την κίνηση, γιατί δεν ανεχόμαστε άλλο πια αυτή την κατάσταση μόνιμης ακινησίας μιας χώρας η οποία επικαλείται και σωστά το Διεθνές Δίκαιο αλλά δεν έχει τίποτα έμπρακτο να αποδείξει ότι τελικά μπορεί να το χρησιμοποιεί προς όφελός της.

Ας κάνουμε λοιπόν, επιτέλους, μία τολμηρή κίνηση και η Εθνική Αντιπροσωπεία, τουλάχιστον τα τρία μεγαλύτερα κόμματα μαζί με την Αξιωματική Αντιπολίτευση -παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις, τις οποίες τις άκουσα, τις κατέγραψα- να ψηφίσουμε «ναι» σε αυτή τη συμφωνία. Και επιτέλους να αφήσετε στην άκρη αυτή την παράλογη και μη εξηγήσιμη γραμμή. Το «παρών» είναι «απών».  Δεν θέλω να θυμίσω στην αντιπροσωπεία τι λέγατε εσείς για άλλες περιπτώσεις που κατακεραυνώνατε όταν ήσασταν στην αντιπολίτευση άλλες επιλογές κομμάτων που ψήφιζαν «παρών».

Άρα εδώ υπάρχει μία επιτακτική ανάγκη να αναγνωρίσουμε το μεγάλο κεκτημένο αυτής της Συμφωνίας και πώς αλλάζει ουσιαστικά τους όρους του παιχνιδιού συνολικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Σας καλώ ως ένας πολιτικός που χειριστήκατε αυτά τα θέματα έστω και τώρα να κάνετε αυτή την υπέρβαση και να ψηφίσετε υπέρ της συμφωνίας, όπως εξάλλου έκανε το ΚΙΝΑΛ.

Το ΚΙΝΑΛ είπε περίπου τα ίδια πράγματα με αυτά τα οποία είπατε εσείς.  Άσκησε περίπου ταυτόσημη κριτική. Τολμώ να πω ότι σε ορισμένα σημεία η κριτική του ήταν και πιο έντονη από αυτά τα οποία είπατε εσείς, όμως κάνει το βήμα και λέει για να μην διαρρήξουμε το εθνικό μέτωπο να ψηφίσουμε υπέρ αυτής της συμφωνίας. Έχετε ακόμα λίγο χρόνο να το σκεφτείτε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνετε.  Θέλω να θυμίσω ότι ψηφίσατε «παρών» στη συμφωνία της αμυντικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία διαπραγματευτήκατε εσείς.  Ήρθατε μετά ως αντιπολίτευση να ψηφίσετε «παρών». Ψηφίσατε «παρών» στους υδρογονάνθρακες ακυρώνοντας στην ουσία όλη την προετοιμασία την οποία είχατε κάνει πάλι εσάς.  Αυτό δεν σας καθιστά υπεύθυνη αντιπολίτευση.  Με αυτή τη συμπεριφορά δικαιούμαστε να σας χαρακτηρίσουμε ως μια αντιπολίτευση περιορισμένης εθνικής ευθύνης. Έχετε λίγο χρόνο ακόμα να επαναξιολογήσετε τη συμπεριφορά σας και τη στάση σας.

Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια. Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα και καλό είναι σε αυτή την αίθουσα να θυμόμαστε την πλήρη ιστορία και το τι ακριβώς συνέβη με το ζήτημα αυτό.

Η εξαγγελία αυτή έγινε, παραδόξως, από τον απερχόμενο Υπουργό Εξωτερικών, τον κύριο Κοτζιά, όταν παρέδιδε στον κύριο Κατρούγκαλο. Σας αιφνιδίασε. Στη συνέχεια σπεύσατε υπογείως να πείτε ότι αυτό το οποίο εννοούσε ο κύριος Κοτζιάς δεν έπρεπε να το πει ακριβώς έτσι όπως το είπε, γιατί αναφέρθηκε σε Προεδρικό Διάταγμα και όχι σε νόμο. Η αλήθεια όμως παραμένει, κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Είχατε τη δυνατότητα να το κάνετε, δεν το κάνατε. Φαντάζομαι ότι ούτε εδώ προφτάσατε 4,5 χρόνια να το κάνετε και ερχόμαστε εμείς και το κάνουμε. Ελπίζω τουλάχιστον σε αυτό να έρθετε και όταν έρθει και ο σχετικός νόμος στη Βουλή να τον υπερψηφίσετε, διότι αυτό επιτάσσει συνολικά το εθνικό συμφέρον.

Έρχομαι τώρα σε ένα ζήτημα στο οποίο φοβάμαι ότι αδικείτε και τον εαυτό σας με τη φρασεολογία την οποία χρησιμοποιήσατε, αλλά αδικείτε και όλους εκείνους οι οποίοι εβδομάδες τώρα ξενύχτησαν για να υπηρετήσουν τα εθνικά συμφέροντα και να ακολουθήσουν τις γραμμές της συντεταγμένης πολιτείας.

Όταν έρχεστε και μιλάτε για «οπερέτα», αυτό τον όρο χρησιμοποιήσατε, «οπερέτα», δεν προσβάλλετε την Κυβέρνηση. Προσβάλλετε τις Ένοπλες Δυνάμεις. Προσβάλλετε τον καπετάνιο του «Λήμνος», προσβάλλετε τους καπετάνιους των  υποβρυχίων μας, προσβάλλετε όλους όσους αυτή τη στιγμή βρέθηκαν σε μία εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία να κάνουν ακριβώς αυτό το οποίο είχαν εντολές να κάνουν και να προστατεύουν με τον μέγιστο δυνατό τρόπο που επιτρέπει το Διεθνές Δίκαιο -και το γνωρίζετε πάρα πολύ καλά αυτό- τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Θα σας συνιστούσα, λοιπόν, σε αυτές τις περιπτώσεις να είστε λίγο πιο προσεκτικός στους χαρακτηρισμούς, διότι κινδυνεύετε για ακόμα μία φορά να παρερμηνευτείτε.

Ακούω μία κριτική από την αντιπολίτευση σύσσωμη ότι η χώρα δεν έχει στρατηγική στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Κοιτάξτε, δυσκολεύομαι αυτή την κριτική να την αντιληφθώ, πόσω μάλλον όταν είναι μία εξωτερική πολιτική η οποία παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι συμφωνίες αυτές είναι συγκεκριμένα αποτελέσματα τα οποία ερχόμαστε σήμερα να ψηφίσουμε. Η απόφαση για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης είναι μία συγκεκριμένη απόφαση την οποία καλούμαστε να πάρουμε.

Εσείς αναφέρεστε συνέχεια στο ένα και μοναδικό, όπως το θεωρείτε εσείς, κεκτημένο της δικής σας διακυβέρνησης, που είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Χρησιμοποιήσατε μάλιστα μία ενδιαφέρουσα ορολογία, ότι είναι ρηχά τα νερά των Πρεσπών και βαθιά τα νερά του Αιγαίου. Πράγματι, είναι ρηχά τα νερά των Πρεσπών και βαθιά τα νερά του Αιγαίου, και να συγκρίνετε τις Πρέσπες με τα ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε με την Τουρκία είναι παντελώς ανυπόστατο.

Συνιστούν εθνική απειλή για τη χώρα μας οι βόρειοι γείτονες μας; Τι πράγματα είναι αυτά, κύριε Τσίπρα; Πώς συγκρίνετε τόσο ανόμοια πράγματα; Και πώς επιτρέπετε στον εαυτό σας μία τέτοια φραστική διολίσθηση;

Η στρατηγική μας από την πρώτη στιγμή ήταν πάρα πολύ σαφής και τον ενδιαφέρον είναι ότι πίσω από τα λόγια και πίσω από τις κορώνες -αυτό ισχύει και για την κυρία Γεννηματά- πίσω από τους αντιπολιτευόμενους τόνους που σε ένα βαθμό τους κατανοώ, στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Ερχόμαστε και λέμε τα ίδια πράγματα: η χώρα χρειάζεται ισχυρές συμμαχίες για να παρουσιάσει την Τουρκία για αυτό το οποίο είναι, μία διαφορετική Τουρκία από αυτή την οποία γνωρίζαμε, μία χώρα η οποία είναι ταραξίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα συμφέροντα της Ευρώπης θα πρέπει να θίγονται από τις κινήσεις της Τουρκίας, άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο διμερές, τα συμφέροντα του Αραβικού κόσμου πρέπει να θίγονται από τις κινήσεις της Τουρκίας, τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να θίγονται.

Έγινε μία αναφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, φαντάζομαι ότι αναφερθήκατε μόνο στο ζήτημα της στάσης στη Λιβύη, διότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τηρήσει, τουλάχιστον σε επίπεδο State Department, μία στάση πρωτοφανώς για τα δεδομένα του State Department, υποστηρικτική για τα ελληνικά δεδομένα ως προς τις δημόσιες τοποθετήσεις.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν, δεν μπορεί να μη βλέπει κάποιος ότι η Ελλάδα είναι με τους πολλούς, είναι με τη συμμαχία του Διεθνούς Δικαίου, είναι με τις χώρες εκείνες οι οποίες εκφράζουν τον ίδιο αξιακό κώδικα με εμάς. Και η Τουρκία είναι απομονωμένη, εξ ου και εκπέμπει όλη αυτή τη νευρικότητα. Και, εν πάση περιπτώσει, για να απαντήσω και στον κύριο Βαρουφάκη, ο οποίος θεωρεί ότι περίπου κάνουμε το χατίρι της Τουρκίας υπογράφοντας αυτή τη συμφωνία, τότε γιατί αυτός ο θυμός; Γιατί αυτή η νευρικότητα, γιατί αυτές οι ακραίες ρητορικές εκφράσεις από τον Τούρκο Πρόεδρο;

Η αλήθεια είναι άλλη. Η αλήθεια είναι ότι η Συμφωνία την οποία υπογράψαμε με την Αίγυπτο καταρρίπτει, μια και καλή, το αφήγημα της «γαλάζιας πατρίδας», διότι αποδεικνύει στην πράξη ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Γι’ αυτό ενοχλείται η Τουρκία.

Άρα, πρώτο σκέλος της στρατηγικής μας, οι ισχυρές διεθνείς συμμαχίες. Δεύτερο σκέλος, η ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης των Ενόπλων Δυνάμεων. Αναφέρθηκε σε αυτό η κυρία Γεννηματά, δεν έχει άδικο, της έχω πει εξάλλου και στο παρελθόν, τα γνωρίζει τα θέματα, τα έχει χειριστεί. Κάνουμε πολύ σημαντικές κινήσεις ως Κυβέρνηση για να διορθώσουμε το μαύρο χάλι στο οποίο, δυστυχώς, είχαν βρεθεί οι αμυντικές μας βιομηχανίες. Και προχωράμε με γρήγορες κινήσεις και σε συμπράξεις και με ιδιωτικοποιήσεις εκεί που χρειάζεται για να μπορέσουμε να ενισχύσουμε συνολικά και την εγχώρια αμυντική μας βιομηχανία. Και ναι, όπου χρειάζεται να κάνουμε τις στοχευμένες εκείνες επενδύσεις που δυστυχώς η γεωπολιτική μας θέση επιβάλει, αν αυτό σημαίνει κάποιες μικρές παραπάνω θυσίες από τον ελληνικό λαό να συμφωνήσουμε όλοι μαζί ότι αυτές τις θυσίες πρέπει να τις αναλάβουμε για να μπορέσουμε επιτέλους να θωρακίσουμε τις ένοπλες δυνάμεις μας. Να μπορέσουμε να προσλάβουμε προσωπικό, να μπορέσουμε να δώσουμε τη δυνατότητα στους πιλότους μας να υποστηρίζονται τα αεροπλάνα τα οποία πετάνε αυτή τη στιγμή με τεράστια προσπάθεια και δυστυχώς πολύ συχνά σε μια κατάσταση που δεν είχαν υπογραφεί ακόμα όλες οι συμφωνίες για τη μελλοντική τους υποστήριξη.

Άρα δεύτερος άξονας: ισχυρή αποτρεπτική δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.  Και τρίτος άξονας ως προς τις συζητήσεις μας με την Τουρκία: δεν έχω ακούσει κάτι διαφορετικό από κανέναν τουλάχιστον από τα δύο κόμματα, την Αξιωματική Αντιπολίτευση και από το ΚΙΝΑΛ. Άκουσα διαφορετικές απόψεις από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς. Ερχόμαστε και λέμε είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε με την Τουρκία και να ξαναπιάσουμε το νήμα των διερευνητικών από εκεί που σταμάτησαν το 2016, άρα για το ένα και μοναδικό ζήτημα το οποίο μας απασχολεί, το οποίο είναι ο καθορισμός θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και ναι, αν δεν μπορέσουμε να συμφωνήσουμε, να καταλήξουμε σε ένα συνυποσχετικό και να πάμε στη Χάγη. Αυτό είναι μια θέση η οποία εκφράζει σήμερα την πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων. Μπορεί να είναι μια θέση η οποία ακόμα στη κοινή γνώμη να μην φαντάζει τόσο εύπεπτη αλλά εγώ πήρα το θάρρος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι βουλευτές, να μιλήσω για αυτό παρότι ξέρω ότι μερικές φορές αυτή η θέση μπορεί να ερεθίζει ορισμένους οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι σε άλλες θεωρήσεις, πιο μαξιμαλιστικές. Αλλά υπάρχει συμφωνία.  Υπάρχει εθνική γραμμή στο ζήτημα αυτό.  Μην παρουσιάζουμε εδώ πέρα σε αυτή την αίθουσα την κατάσταση διαφορετική από ό,τι είναι, μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να κερδίσουμε κάποιους αντιπολιτευτικούς πόντους.

Τέλος, βρήκα ενδιαφέρουσα την αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Καλό είναι όλοι μας να διαβάζουμε περισσότερη Ιστορία και ίσως και η δική μου σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η οποία δεν είναι απλά σχέση συντοπίτη αλλά είναι και συγγενική σχέση, να μου επιτρέπει και να μου δίνει το δικαίωμα να τον βλέπω πιο κριτικά. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δυστυχώς μια από τις αρνητικές παρακαταθήκες που συνοδεύει και θα συνοδεύει πάντα τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν και ο εθνικός διχασμός και ο ρόλος τον οποίο και αυτός έπαιξε στο να διχαστεί η χώρα με ένα τρόπο πρωτόγνωρο και να μην μπορέσουμε να γεφυρώσουμε αυτές τις πληγές για πολλές, πολλές δεκαετίες. Δεν έχουμε το περιθώριο, όχι να φτάσουμε σε νέο εθνικό διχασμό, αλλά δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να μην υπάρχει η παραμικρή υποψία για την εθνική ενότητα, όχι μόνο στον λαό αλλά και στις πολιτικές δυνάμεις.

Ουδέποτε αρνήθηκα την καλοπροαίρετη κριτική, ούτε θεωρώ ότι το κοινοβούλιο μπορεί και πρέπει να είναι ηχώ των κυβερνητικών εδράνων. Αλλά ας έχουμε μία αίσθηση της κρισιμότητας της συγκυρίας των μεγάλων στιγμών και το πώς όλοι αναμετριόμαστε σήμερα με την προσωπική μας ευθύνη, αλλά αναμετριόμαστε και με την Ιστορία.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία όπου η χώρα κάνει ένα τολμηρό βήμα, ένα άλμα στο μέλλον, τουλάχιστον σε σχέση με το πώς αντιλαμβανόταν την εξωτερική της πολιτική όλα αυτά τα χρόνια, πιστεύω ότι είναι χρέος και καθήκον όσο το δυνατόν περισσότερων κομμάτων να ψηφίσουν σήμερα τις δύο συμφωνίες, όχι μόνο τη μία, που φέρνουμε προς κύρωση στο Εθνικό Κοινοβούλιο.

Κλείνω με μία αναφορά την οποία βρήκα ενδιαφέρουσα. Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω τον ειρμό της σκέψης του κυρίου Βαρουφάκη, αλλά συγκράτησα μία αναφορά, την οποία επανέλαβε και πάρα πολλές φορές. Θυμάμαι, κύριε Βαρουφάκη, ότι όταν πήγαινα σχολείο στα τετράδιά μας υπήρχε ένα μικρό ρητό στα αγγλικά που έλεγε: «Συγγνώμη, που έκανα αυτό το γράμμα πολύ μακρύ, δεν είχα το χρόνο να το κάνω μικρότερο». Μερικές φορές δεν χρειάζεται να λέτε 10 φορές τα ίδια πράγματα. Μπορείτε να λέτε τα ίδια πράγματα σε λιγότερο χρόνο. Κατάλαβα όμως ότι αυτό το οποίο εσείς υπερασπίζεστε είναι την ανάγκη μίας πολυμερούς διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι μία ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά η πολυμερής διαπραγμάτευση σκοντάφτει πάνω σε ένα μεγάλο πρόβλημα. Και το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι πολύ απλά η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κρατική οντότητα η οποία μπορεί να συμμετέχει σε αυτό το σχήμα. Δεν κάνατε καμία αναφορά στην Κύπρο, καμία αναφορά στην Κύπρο στο συλλογισμό σας.

Βεβαίως λοιπόν, θα ήταν ευχής έργον να μπορούμε να καθίσουμε όλοι σε ένα τραπέζι και να κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Το ερώτημα όμως δεν πρέπει να απευθύνεται σε εμάς, πρέπει να απευθύνεται στην Τουρκία και στον ίδιο τον Πρόεδρο Ερντογάν, ο οποίος και αυτός εν τη ρύμη του λόγου του και μέσα στα πολλά τα οποία έχει πει, έχει αναφερθεί στη δυνατότητα όλων των χωρών να συζητήσουν. Είναι διατεθειμένος να συζητήσει με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη ως το μοναδικό εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, της μόνης κρατικής οντότητας που αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, για να μπορέσουμε να κάνουμε μία τέτοια συζήτηση; Εάν πει το ναι, τότε ενδεχομένως η πρόταση σας να έχει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον.

Σας ευχαριστώ.

 

 

Υστερόγραφα Team

Υστερόγραφα Team

Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι

Διαβάστε Ακόμα...