Φώτης Καφάτος, ο καθηγητής – πρότυπο

Υστερόγραφα Team
Posted on November 19, 2017, 7:00 am

 

 

Γράφει η Άρτεμις-Δήμητρα Κοροβέση

Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Τμήματος Βιολογίας, Σχολή Θετικών Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Καθηγητής Βιολογίας Φώτης Κ. Καφάτος (16 Απριλίου 1940 – 18 Νοεμβρίου 2017)

Είχα την τιμή να πραγματοποιήσω μέρος των σπουδών μου τόσο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όσο και στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών στον τομέα της Βιολογίας. Κάθε καθηγητής και στα δύο παραπάνω πανεπιστήμια είχε να πει κάτι ξεχωριστό για αυτόν τον Άνθρωπο – Καθηγητή – Ερευνητή.

Αξιοθαύμαστος σε κάθε πτυχή της ζωής του, με πάθος για το αντικείμενο το οποίο σπούδασε, με ζήλο που τον ωθούσε να βοηθήσει την ερευνητική κοινότητα, να στελεχώσει τα παραπάνω πανεπιστήμια, να παράγει διδακτικό έργο τόσο στα πανεπιστήμια της Ελλάδας όσο και στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού, να δημιουργήσει νέα γνώση.

Κάθε Έλληνας βιολόγος οφείλει να γνωρίζει το έργο αυτού του ανθρώπου, καθώς το επιστημονικό έργο που αφήνει πίσω του ο Καθηγητής Φώτης Καφάτος, αποτελεί φωτεινή παρακαταθήκη για την επιστημονική κοινότητα, τόσο την εγχώρια, όσο και την παγκόσμια.

Όπως είχε πει και ο ίδιος: «Το να είσαι επιστήμονας είναι μία σκληρή δουλειά. Δεν είναι μόνο για να ζεις – υπάρχουν καλύτεροι τρόποι να κερδίσεις χρήματα – είναι ένας τρόπος να είσαι δημιουργικός».

 

Ένας βιολόγος – πρότυπο!

 

Ο Καθηγητής Βιολογίας Φώτης Κ. Καφάτος γεννήθηκε το 1940 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ζωολογία στο Πανεπιστήμιο Cornell, ενώ συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Harvard, όπου και απέκτησε την διδακτορική του διατριβή το 1965.

Ξεκίνησε το διδακτικό και ερευνητικό του έργο ως Επίκουρος Καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Harvard από το 1965 έως το 1969 και στη συνέχεια, στην ηλικία των 29 ετών, διετέλεσε Καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Harvard όντας ο νεότερος Καθηγητής του Πανεπιστημίου, θέση την οποία διατήρησε έως το 1994. Από το 1978 έως το 1981 διηύθυνε την έδρα της Κυτταρικής και Αναπτυξιακής Βιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, διηύθυνε την έδρα Βιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1972 έως το 1982, και του Πανεπιστημίου Κρήτης από το 1982 έως το 1993, θέτοντας με αυτό τον τρόπο γερές βάσεις για το ερευνητικό και διδακτικό έργο της βιολογίας στην Ελλάδα.

Το 1982 ίδρυσε το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας – ΙΤΕ (Foundation of Research and Technology Hellas – FORTH) που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, διατελώντας χρέη Προέδρου μέχρι το 1993. Από το 1993 έως το 2005 διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας (European Molecular Biology Laboratory – EMBL) της Γερμανίας, το μεγαλύτερο εργαστήριο στην κατηγορία του στην Ευρώπη.

Στην δεκαετία του 1990 υπήρξε ένας εκ των ιδρυτών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (European Research Council – ECL), οργανισμός που στοχεύσει στην χρηματοδότηση υψηλής ποιότητας έρευνας στην Ευρώπη, με βάση την επιστημονική αριστεία. Το 2006 ανέλαβε πρώτος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, θέση από όπου παραιτήθηκε το 2010, προκειμένου να διαθέσει περισσότερο χρόνο στα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα και πιο ειδικά στην έρευνα για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Από το 2005 υπήρξε Καθηγητής στην έδρα Ανοσογονιδιωματικής του Imperial College στο Λονδίνο, ενώ το 2007 εκλέχθηκε Επίκουρος Καθηγητής Ανοσολογίας και Μολυσματικών Ασθενειών στην Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Harvard.

Πρωτοπόρος στην θεμελίωση της μοριακής προσέγγισης της έρευνας της Ανάπτυξης και στην καθιέρωση της Τεχνολογίας του Ανασυνδυασμένου DNA, χρησιμοποίησε την τεχνική αυτή σε πρωτοπόρες αναλύσεις της μοριακής γονιδιακής εξέλιξης στα έντομα. Βοήθησε στην θεμελίωση του προγράμματος της χαρτογράφησης και αλληλούχισης του γονιδιώματος των οργανισμών Drosophila και Anopheles, ενώ συντέλεσε σημαντικά στην ανάπτυξη των κλάδων της Συγκριτικής και Λειτουργικής Γονιδιωματικής. Τη δεκαετία 2000 – 2010 αποτέλεσε πρωτεργάτης της αποκρυπτογράφησης των γονιδιωμάτων του κουνουπιού και του παρασίτου της ελονοσίας, καθώς και της ανάπτυξης νέων προσεγγίσεων καταπολέμησης της ελονοσίας. Οι δημοσιευμένες επιστημονικές εργασίες του σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά υπερβαίνουν τις 350, ένα νούμερο που μπορεί να χαρακτηριστεί εντυπωσιακό.

Η προσφορά του στην επιστημονική κοινότητα αναγνωρίστηκε με πολυάριθμα βραβεία και τιμητικούς τίτλους, με αξιώματα Καθηγητή και μέσα από την συμμετοχή του σε πολυάριθμες Ακαδημίες του εξωτερικού, ανάμεσα στις οποίες η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, η Royal Society του Λονδίνου και η Γαλλική Ακαδημία Επιστημών.

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail
Υστερόγραφα Team
Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι