Ο Κωνσταντίνος Φίλης μιλάει στα “Υστερόγραφα”: Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ως ένα βήμα προς την ειρήνη και το διάλογο

Υστερόγραφα Team
Posted on February 13, 2018, 1:40 pm

 

Της Αθηνάς Κοροβέση

[email protected]

 

 

 

 

 

Η έναρξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στην Πιοντσάνγκ της Νότιας Κορέας είναι γεγονός. Στην παρούσα συγκυρία, ωστόσο, το γεγονός είναι η ιστορική διπλωματική προσέγγιση των δύο χωρών, με αφορμή το Ολυμπιακό Ιδεώδες. Με το πνεύμα της Ολυμπιακής Εκεχειρίας να φαίνεται ότι επιτελεί τον σκοπό του, και όπως στην αρχαιότητα, να «παραμερίζει» τις διαφορές, εν προκειμένω, μεταξύ Βορείου και Νοτίου Κορέας.

Το αν αυτή η θετική εξέλιξη χαρακτηρίζεται από παροδικότητα, αυτό μας το απαντάει ο διεθνολόγος Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης, Διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Ολυμπιακής Εκεχειρίας, ως ο πλέον αρμόδιος για να μας διαφωτίσει να κατανοήσουμε το πώς λειτουργεί σε αυτές τις περιπτώσεις η «Ολυμπιακή Διπλωματία».

Επιπλέον, ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης στη συνέντευξη που ακολουθεί στα «Υστερόγραφα», αναλύει την επικαιρότητα στον απόηχο των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο και την επανεκλογή του Νίκου Αναστασιάδη στον προεδρικό θώκο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Θεωρείτε ότι οι θετικές εξελίξεις στις διπλωματικές σχέσεις Βορείου-Νοτίου Κορέας με αφορμή την έναρξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στην Πιοντσάνγκ θα έχουν παροδική ισχύ;

 

Αυτό είναι το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων όπως λέμε, ή πολύ περισσοτέρων δισεκατομμυρίων… Κοιτάξτε, φαίνεται ότι υπάρχει ένα μομέντουμ αυτή τη στιγμή μεταξύ Βορείου και Νοτίου Κορέας, και το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί και κυρίως κατά πόσο μπορεί να διευρυνθεί. Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, πιθανότατα θα είχαμε την κοινή ναυτική άσκηση μεταξύ Νοτίου Κορέας και Ηνωμένων Πολιτειών (η άσκηση ήταν σχεδιασμένη για τον περασμένο Γενάρη), αυτή θα είχε πυροδοτήσει αντιδράσεις από πλευράς Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας, όπως τη λέμε, πιθανότατα με κάποια νέα δοκιμή, και αυτό θα μας έφερνε εκ νέου σ΄ αυτό το κλίμα, το πολύ αρνητικό θα έλεγα, που επικρατεί στην περιοχή. Εδώ υπάρχει μία κλιμάκωση της κατάστασης, είτε αυτή προέρχεται από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών, είτε αυτή προέρχεται από πλευράς Βορείου Κορέας. Προφανώς υπάρχουν στρατηγικοί και γεωπολιτικοί λόγοι, οι οποίοι είναι κατά πολύ υπέρτεροι των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίοι έχουν μία σύντομη χρονική διάρκεια.

Όμως, αν κάτι απέδειξαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και κυρίως η Ολυμπιακή Εκεχειρία και όλη αυτή η δύναμη του Αθλητισμού, είναι ότι ακόμα και στα πιο δύσκολα και πιο σύνθετα διεθνή ζητήματα, μπορούμε να αξιοποιήσουμε μία συγκυρία, όπως είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες (ακόμα και αν είναι οι Χειμερινοί που δεν έχουν την αίγλη των Θερινών), και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες, ώστε δύο χώρες, ή και περισσότερες (αλλά εν προκειμένω δύο κράτη που βρίσκονται σε μία πολύ κρίσιμη καμπή των σχέσεών τους, μία Χερσόνησος όπως είναι η κορεατική, η οποία βαίνει προς πυρηνικοποίηση εκτός εάν μεσολαβήσει κάτι), μπορούν να κερδίσουν λίγο χρόνο, να ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας, όχι για την ειρήνη (γιατί ειρήνη υπάρχει, δεν είναι σε εμπόλεμη κατάσταση), αλλά να ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για το διάλογο.

Μέσα από το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγει για το διάλογο, τα δύο μέρη μπορούν να καθίσουν στο τραπέζι, να διαπραγματευτούν, να κατανοήσουν ενδεχομένως κάποια πράγματα τα οποία δεν μπορούσαν όσο τα κανάλια επικοινωνίας ήταν κλειστά, και το γεγονός ότι εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων άνοιξαν κανάλια επικοινωνίας που είχαν παραμείνει κλειστά για τουλάχιστον δύο χρόνια, δείχνει νομίζω και τη δύναμη που έχει ο Αθλητισμός, και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και η Ολυμπιακή Εκεχειρία.

Η Βόρεια Κορέα, είτε για λόγους τακτικούς όπως την κατηγορούν, ή για λόγους προπαγανδιστικούς, ή και για λόγους ουσιαστικούς, δηλαδή γιατί μπορεί πράγματι να έχει περιέλθει μέσα σε μία δύσκολη θέση λόγω των κυρώσεων και λόγω των διεθνών πιέσεων, φαίνεται να χρησιμοποίησε ή να αξιοποίησε, ανάλογα πως θέλει ο καθένας να το δει, την αφορμή των Αγώνων για να κάνει κάποια βήματα, τα οποία ο ηγέτης της, που έχει έναν εμπρηστικό πολλές φορές και πύρινο λόγο, υπό άλλες συνθήκες πιθανότατα δε θα μπορούσε να κάνει. Δηλαδή, πώς μπορεί ενώ κατηγορεί τη Νότια Κορέα ότι έχει ταυτιστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ απειλεί τη Νότια Κορέα με επίθεση, ενώ αφήνει να διαφανεί να αιωρείται έτσι μία μόνιμη απειλή έναντι των εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή που είναι η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, πώς θα μπορούσε να ανοίξει ένα δίαυλο επικοινωνίας εν μέσω μιας τέτοιας κατάστασης, και κυρίως εν μέσω μιας πόλωσης η οποία εντάθηκε από τη στιγμή που ανέλαβε ο Ντόναλντ Τραμπ την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το έκανε όμως. Το έκανε με αφορμή τους Αγώνες. Έστειλε ένα πρόσωπο το οποίο -δε το ξέρουμε, γιατί είναι κλειστό το καθεστώς- αλλά φαίνεται να είναι ισχυρό και να έχει λόγο και ρόλοδίπλα του. Ένα πρόσωπο το οποίο δείχνει μία άλλη εικόνα για τη Βόρεια Κορέα στη διεθνή κοινότητα, διαφορετική από αυτή του ηγέτη ο οποίος έχει κατηγορηθεί για γραφικότητα, για ένα περίεργο στυλ ας πούμε και ούτω καθεξής. Μία πιο ελπιδοφόρα εικόνα από πλευράς Βορείου Κορέας.

Επίσης, είναι σημαντικό ότι εστάλη η πρόσκληση στον Πρόεδρο της Νοτίου Κορέας για επίσκεψη στην Πιονκγιάνκ, που σημαίνει για απευθείας συνομιλίες για πρώτη φορά μετά το 2007.

Δηλαδή είναι ένα γεγονός το οποίο είναι σημαντικό, πρώτον, γιατί γίνεται σε συνθήκες έντονης ρευστότητας και πόλωσης, δεύτερον, γιατί γίνεται 11 χρόνια μετά, και τρίτον, γιατί γίνεται από έναν ηγέτη, τον Κιμ Γιονγκ Ουν, ο οποίος μέχρι πρότινος έδειχνε ότι δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να πάει σε διάλογο. Αυτή είναι η θετική πτυχή της υπόθεσης.

Η αρνητική πτυχή είναι ότι, προκειμένου να φτάσουμε σε ένα σημείο να διατηρηθεί αυτό το μομέντουμ, αυτή η θετική συγκυρία, θα πρέπει να γίνουν κάποια βήματα και από τις δύο πλευρές που αυτή τη στιγμή φαντάζουν δύσκολα. Δηλαδή, εφόσον η Νότια Κορέα θέσει ως προϋπόθεση για να μπορέσει να ανοίξει η συζήτηση σε πιο ακανθώδη ζητήματα από αυτά που έχουν μέχρι σήμερα συζητηθεί. Θες λοιπόν ως προϋπόθεση την αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας, αυτό θα δυσκολέψει το διάλογο. Βέβαια, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει με μία σειρά κινήτρων προς τη Βόρεια Κορέα. Αλλά νομίζω ότι το καθεστώς της Βορείου Κορέας αυτή τη στιγμή δεν είναι έτοιμο να συζητήσει μία τέτοια προοπτική. Γιατί έχει μία ανησυχία και μία ανασφάλεια, και γιατί έχει κατασταλάξει ότι μέσα από την κατοχή πυρηνικών μπορεί να διασφαλιστεί και το καθεστώς και η βιωσιμότητά του, αλλά μπορεί να διασφαλιστεί και έναντι εξωτερικών κινδύνων. Τώρα πώς αυτή η πρόσληψη μπορεί να αλλάξει, αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να περιμένουμε να το δούμε.

Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι και η Βόρεια Κορέα θα ήθελε να δει τη Νότια Κορέα να απομακρύνεται, τρόπον τινά, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξου και οι δηλώσεις του Αμερικανού Αντιπροέδρου βρισκόμενος στην Κορέα, ότι εμείς διατηρούμε το μέτωπο με Ιαπωνία και Νότια Κορέα σε βάρος της Βόρειας Κορέας, και αν χρειαστεί θα λάβουμε και πιο σκληρά μέτρα για τον αποκλεισμό αυτής.

Ωστόσο, βέβαια, ακριβώς επειδή η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι και αρκετά αλλοπρόσαλλη, δυστυχώς, σε διάφορα μέτωπα, ο ίδιος ο Αντιπρόεδρος επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες είπε ότι υπάρχει ένα παράθυρο διαλόγου με τη Βόρεια Κορέα, και θα μπορούσαμε μεταγενέστερα να έρθουμε σε απευθείας διάλογο μαζί της, εφόσον πρώτα έχει προηγηθεί η Νότια Κορέα. Όπως καταλαβαίνετε από αυτό που σας λέω, νομίζω η σωστή λέξη που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει είναι «ρευστότητα» (και ρευστοποίηση της κατάστασης – αλλά «ρευστότητα» νομίζω είναι ο ορθότερος όρος).

Άρα λοιπόν ακριβώς, δεδομένης της ρευστότητας και της συνθετότητας, δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια στο ερώτημά σας, αλλά μπορώ να πω ότι υπάρχει μία ευκαιρία αυτή τη στιγμή για να μπουν οι δύο πλευρές σε μία συζήτηση που θα είναι πιο δύσκολη, και θα είναι γύρω από ζητήματα τα οποία ασφαλώς είναι ακανθώδη.

 

Μπορεί αυτή η συγκυρία στην Κορεατική Χερσόνησο να αποτελέσει ένα “case study” για τη δημιουργία νέων δεδομένων στις διακρατικές σχέσεις στο όνομα της “Ολυμπιακής Διπλωματίας”;

 

Αυτό είναι επίσης ένα πάρα πολύ εύστοχο ερώτημα και είναι ένα θέμα το οποίο το αναζητούμε και εμείς, και τελικά είναι και για εμάς τους ίδιους το ζητούμενο. Γιατί η αλήθεια είναι ότι, λόγω του ότι σήμερα οι συγκρούσεις που μαίνονται ανά τον κόσμο συνήθως δεν είναι διακρατικές (είναι εμφύλιες, είναι συγκρούσεις δια αντιπροσώπων, τα proxy wars που λέμε, είναι σε τοπικό επίπεδο, είναι με τη συμμετοχή υβριδικών παικτών -είτε μιλάμε για τρομοκρατικές ομάδες, είτε μιλάμε για άλλες ομάδες οι οποίες δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να αναγνωριστούν από διεθνείς οργανισμούς όπως είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών- ), όλο αυτό δημιουργεί πολύ μεγάλες δυσκολίες για την επίλυση ή για την αποτροπή τέτοιων συγκρούσεων στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας.

Άρα λοιπόν όταν εμείς μιλάμε για Ολυμπιακή Εκεχειρία και για τη διατήρηση της ειρήνης ή για την κατάπαυση του πυρός για τις 16 ημέρες που διαρκούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και για όσες μέρες διαρκούν και οι Παραολυμπιακοί Αγώνες, αυτό καταλαβαίνουμε ότι είναι κάτι ουτοπικό, είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να συμβεί. Και δεν μπορεί να συμβεί γιατί δεν υπάρχει ένας διεθνής μηχανισμός να παρέμβει, στον ISIS ας πούμε, στην Αλ Κάιντα, σε άλλες τρομοκρατικές ομάδες ή σε μία κοινότητα συμφερόντων η οποία δεν αναγνωρίζεται ξαναλέω από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, δεν μπορεί να παρέμβει αποτελεσματικά.

Επί παραδείγματι το 2012 υιοθετήθηκε το Ψήφισμα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου για την Ολυμπιακή Εκεχειρία από τη Συρία. Και 24 ώρες πριν την έναρξη των Αγώνων έγινε έκκληση από το Διεθνές Ίδρυμα Ολυμπιακής Εκεχειρίας και από το Διεθνές Κέντρο Ολυμπιακής Εκεχειρίας για κατάπαυση του πυρός στη Συρία. Η έμμεση απάντηση που δόθηκε από πλευράς συριακού καθεστώτος είναι ότι εμείς πολεμούμε τρομοκράτες. Και αν υποθέσουμε ότι εμείς τηρούμε την κατάπαυση του πυρός, ποιός μπορεί να πιέσει και να επιβάλει αντίστοιχα την κατάπαυση του πυρός στους τρομοκράτες; Ποιός μπορεί να συνομιλήσει μαζί τους και πώς αυτοί είναι υπόλογοι και έναντι ποιού; Ανεξάρτητα απ΄ το ποιός είναι ο τρομοκράτης στη Συρία γιατί όντως έχουμε χάσει το μέτρο, και νομίζω ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν λερωμένη τη φωλιά τους, αυτό μας δημιουργεί μια αντικειμενική αδυναμία.

Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με διακρατικές σχέσεις, τα πράγματα ασφαλώς δεν είναι απαραιτήτως πιο εύκολα. Ειδικά όταν μιλάμε για μια τόσο σύνθετη κατάσταση όπως αυτή στη Κορεατική Χερσόνησο, γιατί από τότε που χωρίστηκαν οι δύο Κορέες, αν ήταν τα πράγματα πιο απλά θα είχαν λυθεί υποθέτω. Άρα λοιπόν, το γεγονός ότι παραμένει μία χρονίζουσα εκκρεμότητα, εκ των πραγμάτων δείχνει τη δυσκολία διευθέτησης.

Όμως, εφόσον είναι διακρατικό το πρόβλημα, πράγματι το Ολυμπιακό Κίνημα σε συνεργασία με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, έχουν μία καλύτερη δυνατότητα να παρέμβουν, πάντα με προσεκτικό τρόπο και συνήθως κάτω από τα ραντάρ, ώστε να έχουμε ένα αποτέλεσμα σαν αυτό που είχαμε με τη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Γιατί αν ήμασταν εδώ και κουβεντιάζαμε πριν από τρεις μήνες και σας έλεγα εγώ τότε ότι υπάρχει η προοπτική οι δύο Κορέες να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, η Βόρεια Κορέα να υιοθετήσει το Ψήφισμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που η Νότια Κορέα έφερε ως διοργανώτρια χώρα και να παρελάσουν υπό κοινή σημαία, μετά το 2006 -Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες Τορίνο- δηλαδή σχεδόν 12 χρόνια μετά, και σας έλεγα ότι με πρόφαση τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα γινόταν και μία επίσκεψη αντιπροσωπείας από τη Βόρεια Κορέα στη Νότια, και αυτή θα ακολουθούταν από μία επίσκεψη σε ακόμα μεγαλύτερο επίπεδο με τη συμμετοχή της αδερφής του Κιμ Γιονγκ Ουν στη Νότια Κορέα, και ο Κιμ Γιονγκ Ουν θα έστελνε επίσημη πρόσκληση στον Νοτιοκορεάτη ηγέτη να επισκεφθεί την πρωτεύουσα της Βορείου Κορέας Πιονγιανγκ, μπορεί να λέγατε ότι είμαι είτε αφελής, είτε τελοσπάντων ονειροπόλος.

Όμως όλα αυτά συνέβησαν. Και όλα αυτά συνέβησαν εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων και εξαιτίας της Ολυμπιακής Εκεχειρίας. Και τον Σεπτέμβρη του 2017 η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Ο κόσμος ανησυχούσε, και μάλιστα ήταν πολύ μειωμένες και οι πωλήσεις εισιτηρίων, επειδή υπήρχε μία κλιμάκωση τότε των εντάσεων, κατά πόσο μπορεί κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων να γινόταν ακόμα και κάποια δοκιμή από πλευράς Βορείου Κορέας, ή κάποια άλλη ενέργεια προβοκάτσιας.

Σήμερα που μιλάμε -είμαστε στην αρχή ακόμα των Αγώνων- φαίνεται ότι δεν είμαστε κοντά σε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες, εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων και εξαιτίας της Ολυμπιακής Εκεχειρίας, ώστε οι δύο πλευρές να καθίσουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και από ότι φαίνεται να αρχίσουν προσεκτικά, γιατί ο χρόνος έχει κυλήσει σε βάρος τους μέχρι σήμερα, να αγγίζουν πιο δύσκολα και πιο ακανθώδη ζητήματα.

Αυτό από μόνο του δεν πρόκειται να επιλύσει και να διευθετήσει οριστικά το ζήτημα, και η Ολυμπιακή Εκεχειρία και οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν είναι ειρήνη. Είναι ένα βήμα προς την ειρήνη, αρκεί να τηρηθούν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, είναι ένα βήμα διαλόγου, είναι ένα βήμα προκειμένου να αντιληφθούν τα εμπλεκόμενα μέρη τα οφέλη του να βρίσκονται σε μια κατάσταση ειρήνης και πολύ μακριά από μια σύγκρουση, σε σχέση με τις οδυνηρές συνέπειες του να κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή με πόλεμο. Αυτό είναι που κατάφεραν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Κορέας και η Ολυμπιακή Εκεχειρία. Όμως, αυτό ασφαλώς και δεν μας εφησυχάζει.

Ως “case study” νομίζω πως ναι. Θα μπορούσε πράγματι, όλες αυτές οι προσπάθειες που έγιναν από την Ολυμπιακή οικογένεια για να φτάσουμε στο σημείο που είμαστε σήμερα, το οποίο ξαναλέω πριν από λίγους μήνες μπορεί να φαινόταν στους περισσοτέρους αδιανόητο, και σωστά θα φαινόταν αδιανόητο, μπορεί να αποτελέσει ένα “case study” για το μέλλον.

Και επειδή, επαναλαμβάνω, δεν μπορεί να επιβάλλεις την ειρήνη, και δεν μπορεί να επιβάλλεις την κατάπαυση του πυρός σε όλες τις συγκρούσεις που μαίνονται αυτή τη στιγμή ανά τον κόσμο, το να μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα θετικό παράδειγμα και να βγάλεις τα συμπεράσματά σου από αυτό είναι πολύ σημαντικό, εφόσον μπορείς αυτό το θετικό παράδειγμα να το κεφαλαιοποιήσεις, και κυρίως να το επαναλάβεις σε μία άλλη περιοχή του πλανήτη, σε μία άλλη προβληματική κατάσταση κατά τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Και θα έλεγα ότι ίσως, επειδή και οι επόμενοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 2020, οι Θερινοί πλέον, γίνονται στην Ιαπωνία, είναι μία καλή ευκαιρία, μιας και μιλάμε για την ίδια περίπου περιοχή, να διατηρήσουμε αυτό το μομέντουμ και με αφορμή τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες, γιατί όχι να δούμε και μία προσπάθεια τουλάχιστον, συνολικής και οριστικής διευθέτησης των ζητημάτων που ταλανίζουν την Κορεατική Χερσόνησο. Δεν μπορώ να πω ότι αισιοδοξώ για αυτό, αλλά αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσουμε, και το γεγονός ότι δε φεύγουμε από την περιοχή και οι επόμενοι Ολυμπιακοί Αγώνες, και οι Θερινοί αυτή τη φορά, θα γίνουν στην Ιαπωνία, ίσως να μας προσφέρει μία ακόμα μεγαλύτερη ευκαιρία.

Αυτό βέβαια θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που θα το διαχειριστούν κατά κύριο λόγο τα εμπλεκόμενα μέρη, γιατί η Ολυμπιακή οικογένεια και τα Ηνωμένα Έθνη μπορούν απλά να έχουν ένα ρόλο συνδρομής και συνεισφοράς, δεν μπορούν να επιβάλλουν την επιθυμία τους. Ας ελπίσουμε ότι το προφανές θα γίνει κατανοητό σε όλους αυτούς που εμπλέκονται στη σημερινή αντιπαράθεση που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή.

 

 

Ποιές είναι οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ο Αναστασιάδης έπειτα από την επανεκλογή του στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας;

 

Φαντάζομαι ότι το κομμάτι οικονομία και εγχώριας πολιτικής και κατά πόσο ο Αναστασιάδης θα έχει απέναντί του ένα κοινοβούλιο το οποίο θα είναι λιγότερο φιλικό έναντι αυτού, είναι ένα ζήτημα εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, εσωτερικό βέβαια για την κυβέρνηση Αναστασιάδη. Πιθανότατα να πρέπει να αναζητήσει ευρύτερες συγκλίσεις ο Κύπριος Πρόεδρος  για να μπορεί να έχει και τις κατάλληλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για μία σειρά από ζητήματα πολιτικής. Αλλά πιθανολογώ βασίμως ότι το ερώτημά σας έχει κατά κύριο λόγο να κάνει με το Κυπριακό και με τα εξωτερικά ζητήματα της Κύπρου, και κυρίως με το κομμάτι της ενέργειας το οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή υψηλά στην ατζέντα.

Ο Αναστασιάδης απέδειξε, και μάλιστα κατακρίθηκε γι΄ αυτό, ότι ανήκει σε αυτούς που επιθυμούν ακόμη και σήμερα τη λύση του Κυπριακού. Το πρόβλημα για τη λύση του Κυπριακού δεν είναι η Κύπρος και η Ελλάδα -ασφαλώς και υπάρχουν φωνές μέσα στην Κύπρο, οι οποίες αντιστέκονται και αντιτίθενται σε μία τέτοια προοπτική, ενδεχομένως διαφωνώντας, όχι μόνο με τους όρους μίας συμφωνίας, αλλά ακόμα και με την ίδια την προοπτική επίλυσης-, αλλά κακά τα ψέματα, σε ότ,ι έχει να κάνει με την ίδια τη συμφωνία, ο παράγοντας-κλειδί και το πρόβλημα, όσο αυτός ο παράγοντας δεν αποφασίζει να ρίξει νερό στο κρασί του και εξακολουθεί να κινείται με έναν μαξιμαλισμό, είναι η Τουρκία.

Άρα λοιπόν, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Προέδρου Αναστασιάδη, απ΄ το αν θα έχει τις αναγκαίες πλειοψηφίες στο εσωτερικό, απ΄ το αν θα έχει κοινωνική πλειοψηφία σε μία τυχόν απόπειρα εκ νέου να διευθετηθεί το Κυπριακό, έχουμε δύο δεδομένα:

τo ένα είναι το μόνιμο που έχει να κάνει με την Τουρκία και με τις θέσεις της Άγκυρας, η οποία επιμένει σε ξεπερασμένες για το 2018 θέσεις, σε σχέση με τη θέση της εγγυήτριας δύναμης, την παραμονή στρατευμάτων, αλλά κυρίως της εγγυήτριας δύναμης, ώστε να υπάρχουν παρεμβατικά δικαιώματα και ούτω καθεξής. Καμία τέτοια συμφωνία δεν πρόκειται να υπογραφεί, κατά την άποψή μου, από κανέναν Κύπριο Πρόεδρο και πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα,

και βέβαια το δεύτερο δεδομένο είναι ότι, πλέον από τουρκοκυπριακής πλευράς, στο κοινοβούλιο έχουμε την επικράτηση των κομμάτων τα οποία, είτε δεν επιθυμούν την ένωση, άρα δηλαδή μία συμφωνία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, είτε θέτουν με τη σειρά τους μαξιμαλιστικούς, ανεφάρμοστους όρους για μία τέτοια συμφωνία. Αυτό δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα πρόβλημα στον Ακιντζί, τον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, και δεν είμαι βέβαιος πώς θα καταφέρει να το υπερβεί αυτό το εμπόδιο.

Και βέβαια, υπάρχει και η συστηματική πίεση της Τουρκίας, η οποία δεν πρόκειται να «παραδώσει» την Κύπρο. Βλέπει στην Κύπρο ένα στρατηγικό έρισμα πολύ μεγάλης αξίας για τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, και δη αυτής της Ανατολικής Μεσογείου. Οι  σχέσεις της με το Ισραήλ και την Αίγυπτο έχουν επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό  και όσο ο Ερντογάν παραμένει στην εξουσία, όσο και να αποκατασταθούν δεν πρόκειται να επιστρέψουν στο σημείο που βρισκόντουσαν πριν το 2009. Άρα λοιπόν η Κύπρος έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία για την Τουρκία, άρα λοιπόν η Τουρκία δυνητικά θα επιθυμούσε -όχι να αποστασιοποιηθεί και να απομακρυνθεί από την Κύπρο, που είναι αναγκαία συνθήκη για να δοθεί μία οριστική λύση στο ζήτημα, καθότι μιλάμε μεταξύ άλλων και για μία χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης- αλλά η Τουρκία επιθυμεί να δορυφοριοποιήσει το σύνολο της Κύπρου και όχι μόνο το βόρειο τμήμα της Κύπρου το οποίο έτσι κι αλλιώς αυτή τη στιγμή ελέγχει απόλυτα. Συνεπώς, το πρόβλημα είναι σοβαρό.

Υπάρχει και ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η Τουρκία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που έχει να κάνει με τα ενεργειακά. Φαίνεται ότι στο οικόπεδο 6 είχαμε τις προηγούμενες μέρες σημαντικές ανακαλύψεις από πλευράς των εταιρειών. Αυτό, στο βαθμό που επιβεβαιωθεί και κυρίως στο βαθμό που επιβεβαιωθεί ότι έχει κάποια συσχέτιση με το γιγαντιαίο κοίτασμα Ζορ που βρίσκεται στην Αίγυπτο -μιλάω για συσχέτιση γεωλογική- σημαίνει σοβαρές δυνατότητες για την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να βρεθεί σε θέση που δεν είναι σήμερα -και δεν είναι με βάση τα υφιστάμενα μέχρι το οικόπεδο 6 ευρήματα- (δεν ήταν σε θέση η Κύπρος να μπορεί να εξάγει από μόνη της, χρειαζόταν οπωσδήποτε  τη συνδρομή τουλάχιστον του Ισραήλ), αν όμως επιβεβαιωθεί αυτό το εύρος των ευρημάτων, αυτό θα είναι πάρα πολύ σημαντικό για την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά ταυτόχρονα θα ανοίξει και την όρεξη της Τουρκίας.

Η οποία Τουρκία, εδώ πέρα δρα σε ένα διττό επίπεδο: αφενός λέγοντας ότι δεν επιτρέπει στην Ελληνοκυπριακή πλευρά να αξιοποιήσει κατά μόνας τους υδρογονάνθρακες, αλλά πρέπει να υπάρχει το αναλογούν μερίδιο και για τους Τουρκοκυπρίους, άρα γι΄ αυτό παρεμβαίνει. Και το δεύτερο είναι ότι σε κάποια από τα οικόπεδα, κυρίως στο 5 και το 6, η ίδια ισχυρίζεται ότι, εφόσον δεν έχουν καθοριστεί οι θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας, υπάρχουν δικά της νόμιμα δικαιώματα σε ένα μέρος των θαλασσίων περιοχών εκεί. Αυτό είναι πρόβλημα μεν, είδαμε τι έγινε και με το τεμάχιο 3 τις αμέσως προηγούμενες μέρες, αλλά νομίζω ότι η Τουρκία αυτά τα οποία επιδιώκει είναι τα εξής:

πρώτον, να καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να περιφρονηθεί η ίδια από την αξιοποίηση αυτών των υδρογονανθράκων,

δεύτερον, ότι δεν μπορούν να περιφρονηθούν οι Τουρκοκύπριοι, που αποτελούν δορυφόρο της Τουρκίας, από την εκμετάλλευση του όποιου ενεργειακού πλούτου,

τρίτον, ότι η ίδια έχει δικαιώματα, είτε νόμιμα απευθείας, είτε μέσω των Τουρκοκυπρίων, και αυτά δεν θα τα στερηθεί

τέταρτον, είναι και ένα μήνυμα προς τις εταιρείες ότι θα πρέπει με κάποιον τρόπο να βρεθεί ένα modus operandi με την Τουρκία, αν θέλουν απρόσκοπτα να κινηθούν και να συνεχίσουν με τις έρευνες που κάνουν, τις ερευνητικές γεωτρήσεις κ.ο.κ.

Και βέβαια υπάρχει και μία διάθεση από πλευράς της Τουρκίας κατά το πρότυπο του Αιγαίου, να γκριζοποιήσει κάποιες περιοχές της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου δια παν ενδεχόμενο.

Από την άλλη, η Τουρκία έχει εδώ ένα πρόβλημα, διότι:

πρώτον, το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι με το μέρος της,

-δεύτερον, η δραστηριοποίηση εταιρειών πολύ μεγάλης εμβέλειας, από τη γαλλική Total, την αμερικανική Chevron Texaco, την ιταλική Eni, δεν της δίνει πολλά περιθώρια ελιγμών, και νομίζω ότι ακόμα και η τωρινή Τουρκία, με την προβληματική συμπεριφορά την οποία δείχνει, θα σταθμίσει τα δεδομένα πριν κάνει κάποια ενέργεια η οποία μπορεί να στραφεί άμεσα εναντίων των εταιρειών και όχι μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας, διότι δεν πιστεύω ότι η Τουρκία έχει την πολυτέλεια αυτή τη στιγμή να πάει σε μία ευθεία αντιπαράθεση με σοβαρές εταιρείες και κατ΄ επέκταση τις χώρες από τις οποίες προέρχονται. Καθώς επίσης δεν πιστεύω ότι η Τουρκία θα ήθελε να βάλει απέναντί της ένα μεγάλο κομμάτι της διεθνούς ενεργειακής κοινότητας, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά ότι τελικά είναι ένας απρόβλεπτος και ασταθής παίκτης.

Η ενέργεια, παρότι αγαθό του εμπορίου, ή μάλλον ακριβώς επειδή είναι και αγαθό του εμπορίου, επιζητά ασφάλεια και αξιοπιστία. Άρα λοιπόν αξιόπιστους δρώντες και ασφαλείς. Όποιος προσπαθεί με τον τρόπο του να συμβάλλει στην ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, νομίζω ότι στο τέλος της μέρας, παίρνει πολύ μεγάλο ρίσκο.

Και κλείνω λέγοντας ότι, το ρίσκο γίνεται ακόμα μεγαλύτερο αν λάβουμε υπόψη ότι η Ανατολική Μεσόγειος είναι από τις περιοχές στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση αποβλέπει για την εξασφάλιση της ασφάλειας τροφοδοσίας της. Και δεν είναι πολλές οι περιοχές από τις οποίες μπορεί αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντλήσει μελλοντικά πόρους για την ασφάλεια τροφοδοσίας της. Και επειδή η ασφάλεια τροφοδοσίας της περνά μέσα από τη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία, που είναι μία στρατηγική επιλογή για την Ευρώπη συνεπικουρούμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτιμώ ότι αυτό μελλοντικά και επί του παρόντος δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το έργο της Τουρκίας. Δηλαδή φανταστείτε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπει στην Ανατολική Μεσόγειο μία εναλλακτική για την ασφάλεια προμήθειας, κυρίως σε φυσικό αέριο, της ίδιας. Το βλέπουν αυτό και οι Αμερικανοί, στηρίζουν τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου (Ισραήλ, Κύπρο, Αίγυπτο) να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους και κάποια στιγμή στα επόμενα χρόνια να είναι σε θέση να εξάγουν ποσότητες προς την ευρωπαϊκή αγορά, γιατί αυτό συμβάλλει και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία. Και η Τουρκία να είναι ο παίκτης ο οποίος θα προσπαθεί, για τους δικούς της λόγους, να θέτει συνεχή προσκόμματα και εμπόδια σε αυτή τη διαδικασία. Στο τέλος της μέρας οι κίνδυνοι για την Τουρκία και ο κίνδυνος να μη βγει αλώβητη, εφόσον συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο, ή εφόσον κλιμακώσει (γιατί το ίδιο μοτίβο είναι περισσότερα να λέει και λιγότερα να κάνει) λοιπόν την αντιπαράθεση, νομίζω ότι τα ρίσκα για την Τουρκία είναι πάρα πολύ μεγάλα, και υποχρεωτικά θα πρέπει να τα λάβει υπόψιν της.

 

*Ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, επικεφαλής του Τομέα Ρωσίας-Ευρασίας & ΝΑ Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Ολυμπιακής Εκεχειρίας.

**Το Διεθνές Κέντρο Ολυμπιακής Εκεχειρίας ιδρύθηκε μετά από κοινή πρωτοβουλία της Ελλάδας και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, μετατρέποντας τη δέσμευση του Ολυμπιακού Κινήματος για την προώθηση των αρχών της ειρήνης, σε πιο συγκεκριμένη δράση. Αποστολή του Διεθνούς Κέντρου Ολυμπιακής Εκεχειρίας είναι η δημιουργία του απαραίτητου πλαισίου υποστήριξης για την τήρηση της Ολυμπιακής Εκεχειρίας και η παγκόσμια προώθηση ενός πολιτισμού ειρήνης σύμφωνα με τις αρχές και τις πολιτικές που θεσπίζει το Ίδρυμα.

 

Υστερόγραφα Team
Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι