Μ. Κοττάκης: Τσίπρας και Μητσοτάκης πρέπει να βρουν… Λιβάνη και Μολυβιάτη

Υστερόγραφα Team
Posted on February 27, 2018, 9:08 pm
6 secs

 

Γράφει ο Μανώλης Κοττάκης

Πηγή: εφημερίδα “Δημοκρατία”

 

 

H μελέτη της νεότερης πολιτικής Ιστορίας, από τη Μεταπολίτευση ίσαμε σήμερα, μας δείχνει ότι η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία στερεώθηκε και ευτύχησε να είναι μία από τις πλέον ομαλές περιόδους του τόπου μας, επειδή άλλαξαν τρία βασικά στοιχεία της: οι θεσμοί, τα πολιτικά ήθη και η παντελής έλλειψη ρεβανσισμού.

Το πρώτο, διότι μείωσε δραματικά -αν δεν ελαχιστοποίησε- την παρέμβαση παραγόντων χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση στην πολιτική ζωή της χώρας (ελέω Θεού μοναρχία, Στρατός κ.λπ.). Το Σύνταγμα του 1975 άλλαξε τους συσχετισμούς της εξουσίας εντός του πολιτεύματος και τοποθέτησε κάθε κατεργάρη στον πάγκο του. Το δεύτερο στοιχείο που στερέωσε τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία ήταν η ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και η ύπαρξη σταθερών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των ηγεσιών της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, είτε απευθείας είτε μέσω έμπιστων προσώπων των ηγετών, όπως ο Πέτρος Μολυβιάτης και ο Αντώνης Λιβάνης. Και στις πλέον δύσκολες στιγμές της εξάψεως των παθών οι δίαυλοι λειτουργούσαν.

Οι αντίπαλοι σέβονταν ο ένας τον άλλον (μάρτυς, τα πρακτικά των προ ημερησίας διατάξεως συζητήσεων), ενώ σταθερή ήταν η πεποίθηση Καραμανλή ότι «οφείλεις να δίνεις πάντα οδό διαφυγής στον αντίπαλό σου». Ο Κώστας Λαλιώτης έχει αποκαλύψει, μάλιστα, ότι την περίφημη φράση «Βυθίσατε το “Χόρα”» ο Ανδρέας Παπανδρέου την είπε κατόπιν παρακλήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δεν αυτοσχεδίασε.

Το τρίτο στοιχείο ήταν η παντελής έλλειψη ρεβανσισμού στην κορυφή. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γνώριζε από πρώτο χέρι ποιες συνέπειες είχε για το πολίτευμα η καταδίωξη πολιτικών αντιπάλων. Τις έζησε ο ίδιος, καθώς οι αντίπαλοί του επιχείρησαν να τον παραπέμψουν στο Ειδικό Δικαστήριο για μια υπόθεση της ΔΕΗ.

Τις παρακολούθησε από μακριά με την υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» εις βάρος του Ανδρέα Παπανδρέου, ανεξαρτήτως της ουσίας αυτής της γκρίζας υποθέσεως. Το πολίτευμα λειτούργησε σε γενικές γραμμές καλά, λοιπόν, από το 1974 έως το 1989, με τις ατέλειές του βεβαίως. Το 1989 πρώτη φορά μεταδικτατορικά κυβέρνηση παρέπεμψε πολιτικό αντίπαλό της στο Ειδικό Δικαστήριο, τον Ανδρέα Παπανδρέου. (Παρ’ όλα αυτά και σε αυτή την περίοδο οι δίαυλοι έμειναν ανοικτοί – ο παραπεμφθείς Ανδρέας κάθισε στο ίδιο τραπέζι με τον διώκτη του, Μητσοτάκη, στη σύσκεψη των τεσσάρων υπό τον Πρόεδρο Σαρτζετάκη για τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης.

Τα πρακτικά της βρίθουν από αβρότητες, του τύπου “Κώστα μου”, “Ανδρέα μου”.) Μετά το 1994 ο Ανδρέας δεν αναζήτησε ρεβάνς από τον ιστορικό του αντίπαλο, μολονότι μπήκε στον πειρασμό συγκροτήσεως προανακριτικών εις βάρος του Μητσοτάκη (ΑΓΕΤ, υποκλοπές). Ο τόπος πήγε παρακάτω.

Οπως παρακάτω επιχείρησε να τον πάει και ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος, μολονότι ως αρχηγός της αντιπολίτευσης πολεμήθηκε και συκοφαντήθηκε σε προσωπικό επίπεδο όσο κανείς άλλος πολιτικός στη μεταπολιτευτική Ιστορία (από τη σημιτική διαπλοκή), εντούτοις απέφυγε να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή του τόπου.

Αναζήτησε τη συναίνεση και από το ΠΑΣΟΚ και από την Αριστερά, προκειμένου να αλλάξει το Σύνταγμα. Εις μάτην… Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν ακολούθησε το παράδειγμα του πατρός του και επιχείρησε ανεπιτυχώς να εξοντώσει τον αντίπαλό του. Αργότερα, η θεωρία των δύο άκρων επιβάρυνε έτι περαιτέρω το πολιτικό σκηνικό.

Αναλογίζομαι, μετά τη μικρή αυτή μελαγχολική αναδρομή στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, όπου βρισκόμαστε σήμερα: Τι Σύνταγμα έχουμε; Tι πολιτικά ήθη υπάρχουν; Ποιος είναι ο Λιβάνης τού Τσίπρα και ποιος ο Μολυβιάτης τού Κυριάκου; Πώς συνεννοείται η πολιτική ηγεσία;
Για το Σύνταγμα παρέλκει να πω οτιδήποτε – παραβιάζω ανοικτές θύρες… Ισως οι εν εξελίξει δικαστικές έρευνες και τα παρεπόμενα αυτών να μας οδηγήσουν σε μια νέα ιστορική αυτογνωσία. Οι πολιτειακοί συσχετισμοί χρειάζονται νέα αλλαγή. Για τα πολιτικά ήθη πάλι παρέλκει ο διάλογος – ειδικά τις τελευταίες ημέρες είναι χαμηλότατου επιπέδου.

Υπάρχει, όμως, κάτι που δεν μπορώ να προσπεράσω: Η έλλειψη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Τσίπρα – Μητσοτάκη σε καιρούς πρωτοφανούς εξάρσεως της τουρκικής επιθετικότητας. Δεν εκτιμώ καθόλου το ότι ο πρωθυπουργός άφησε εκτός διεργασιών Σκοπιανού την αντιπολίτευση, με την αφελή σκέψη ότι αυτός θα δρέψει τα κέρδη από τους συμμάχους σε περίπτωση λύσης.

Δεν συμφωνώ καθόλου, όταν ακούω ότι ο αρχηγός της αντιπολίτευσης αρνήθηκε την ενημέρωση από τον υπουργό Αμυνας για τα Ιμια, λόγω των γνωστών διαφορών τους.

Ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, που ο μισαλλόδοξος ΣΥΡΙΖΑ καταδιώκει τη συντηρητική παράταξη, οι ηγεσίες οφείλουν να υπερβούν τους εαυτούς τους και να μιλούν για τα αυτονόητα. Αλλο «μέσα», άλλο «έξω» – ειδικά όταν τα πράγματα είναι τόσο σοβαρά. Τσίπρας και Μητσοτάκης, αν δεν αντέχουν ο ένας τον άλλον, πρέπει να βρουν επειγόντως «Λιβάνη» και «Μολυβιάτη». Συνδέσμους που να αγωνιούν για το πού πάει ο τόπος όσο εκείνοι. Είναι απαραίτητο. Αύριο δεν θα υπάρχουν δικαιολογίες…

Υστερόγραφα Team
Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι