Μητσοτάκης: Η Ελλάδα χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική αλλαγή αλήθειας και προόδου

Υστερόγραφα Team
Posted on October 23, 2018, 9:08 pm
31 secs

 

Ομιλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη

σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας στην εκδήλωση με θέμα: «Προκλήσεις και προοπτικές στην Ανώτατη Παιδεία»

 

 

 

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα,

 

Χαίρομαι ιδιαίτερα που είμαι μαζί σας και στη συνέχεια θα γνωριστούμε από κοντά.  Είναι για μένα εξόχως τιμητικό κι ελπιδοφόρο να βλέπω εδώ διακεκριμένα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, πρυτάνεις, καθηγητές με σπουδαίο επιστημονικό έργο και αποτύπωμα. Αλλά και νέους πανεπιστημιακούς με μεγάλη αγάπη και μεγάλο όραμα για το λειτούργημά τους. Γι’ αυτό, θα είναι πολύ σημαντική για μένα και η ευκαιρία που θα έχουμε μετά να συζητήσουμε, να εκφράσω κάποιες ακόμα δικές μου σκέψεις για τα πανεπιστήμια -κυρίως όμως, να σας ακούσω. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν εκκινεί από την πραγματικότητα που εσείς βιώνετε.

Τίποτα δεν μπορεί να σχεδιαστεί χωρίς τη συνεργασία μας. Και όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα, αν δουλέψουμε μαζί. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε ούτε «εν κενώ» -όπως θα έλεγαν οι θετικοί επιστήμονες μεταξύ μας- ούτε σε «ουδέτερο πολιτικό χρόνο» -όπως θα σημείωναν οι πιο θεωρητικοί από μας. Όσα συμβαίνουν στη χώρα το τελευταίο διάστημα δημιουργούν μια συνολική εικόνα πολιτικής παρακμής. Υπουργοί λένε πρωτοφανή πράγματα ο ένας για τον άλλο. Ενώ η κυβέρνηση πολιτεύεται με κυνισμό και διγλωσσία. Ο συγκυβερνήτης απειλεί ότι θα ρίξει μία κυβέρνηση στην οποία ταυτόχρονα δίνει χρόνο για να ολοκληρώσει το εγχείρημα για το οποίο λέει ότι θα την ρίξει. Αυτό παραπέμπει σε έναν κυνικό συνεταιρισμό εξουσίας. Όλα αυτά σε μια βαριά κοινωνικο-οικονομική ατμόσφαιρα όπου η υπερφορολόγηση φέρνει φτωχοποίηση και η γενίκευση της ανομίας προκαλεί παντού ανασφάλεια. Κάτι που βλέπουμε, βεβαίως, και στα προαύλια και στις αίθουσες των πανεπιστημίων, τα οποία όχι μόνο στερούνται πόρους, αλλά δυστυχώς, πολλά από αυτά  είναι παραδομένα σε συμμορίες. Κάτι που ανάγκασε τελικά κάποιους ακαδημαϊκούς δασκάλους να πάρουν το νόμο στα χέρια τους για να προασπίσουν οι ίδιοι το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Στην Παιδεία, οι δυνάμεις που συνδέονται με αυτούς που κυβερνούν επιχειρούν ένα άτυπο, αλλά διαρκές πραξικόπημα. Και το λέω αυτό με πλήρη συνείδηση του βάρους που έχουν οι λέξεις αυτές πάνω στη νεότερη ελληνική ιστορία. Οι δυνάμεις αυτές επιχειρούν να ελέγξουν τους χώρους του πανεπιστημίου με τη βία. Να αποτρέψουν την ελεύθερη έκφραση με τη βία. Να επιβάλλουν αποφάσεις με τη βία. Να σπείρουν το φόβο σε όποιον διαφωνεί μαζί τους με τη βία.  Το λέω επίσης με γνώση του δημοκρατικού αισθήματος της όλης πανεπιστημιακής κοινότητας. Στα δύσκολα σκοτεινά χρόνια που έχει περάσει ο τόπος, τα πανεπιστήμια αλλά και τα σχολεία ήταν τα ξύλινα τείχη της Δημοκρατίας. Έρχεται, άλλωστε, σε λίγες εβδομάδες η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Είμαι λοιπόν εδώ για να συζητήσουμε πολιτικά σε ένα περιβάλλον που υπεράσπισε πάντα το πολίτευμα, το κράτος Δικαίου, τον πλουραλισμό της σκέψης αλλά και την ηθική της γνώσης. Γιατί η Παιδεία είναι η καρδιά της Δημοκρατίας και χτυπάει σωστά μόνο όταν ο παλμός της δημόσιας ζωής είναι ζωηρός και υγιής. Ξέρετε ότι η περίοδος που διανύει η χώρα δεν είναι φωτεινή. Όμως η Ελλάδα μπαίνει ξανά σε εκλογικό κύκλο. Το αίτημα για μια δραστική επανεκκίνηση είναι διάχυτο σε ολόκληρη την κοινωνία. Οι πολίτες θέλουν επιτέλους η Ελλάδα να αλλάξει. Και αυτό θα γίνει μέσα από μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, που θα επαναφέρει τη χώρα και τους θεσμούς στην κανονικότητα, θα δρομολογήσει την οικονομική ανάπτυξη και θα καλλιεργήσει το αίσθημα ασφάλειας, συνεργασίας αλλά και ενότητας μεταξύ των Ελλήνων. Και φυσικά θα βάλει την παιδεία και τους ανθρώπους της στην πρώτη γραμμή των εθνικών προτεραιοτήτων για την Ελλάδα του μέλλοντος. Η ώρα αυτής της αλλαγής πλησιάζει. Και όλοι εσείς, οι πρωτοστάτες της γνώσης, δεν μπορεί παρά να είστε παρόντες σε αυτήν.

Κυρίες και κύριοι,

Το πιστεύω βαθιά και δεν το έκρυψα ποτέ μου. Μόνο η Παιδεία είναι πραγματική μηχανή ανάπτυξης. Γι’ αυτό πρέπει να συνδεθεί με την οικονομία.  Είναι επίσης πυξίδα, αφού είναι η έρευνα, η γνώση και η καινοτομία που ορίζουν την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθούμε από εδώ και πέρα ως χώρα. Επιτρέψτε μου μια διευκρίνηση από την αρχή. Όταν μιλάμε για ανώτατη παιδεία μιλάμε για δημόσια ανώτατη παιδεία.  Ασφαλώς και η Νέα Δημοκρατία και εγώ προσωπικά θα αγωνιστούμε με όλες της τις δυνάμεις για την αλλαγή του άρθρου 16 του Συντάγματος. Έτσι ώστε να μπορούν επιτέλους να δημιουργηθούν μη κρατικά και γιατί όχι και ιδιωτικά πανεπιστήμια και στη χώρα μας. Όμως η καρδιά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χτυπά και θα χτυπά στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να στηριχθεί, να αναβαθμιστεί και να ενισχυθεί. Πρέπει επιτέλους να γεφυρώσει το σημερινό διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των αναγκών μιας αγοράς εργασίας που αλλάζει διαρκώς.  Εκτός από το ρόλο της για την οικονομία, η Εκπαίδευση αποτελεί και καθρέφτη προόδου μιας κοινωνίας: Γιατί είναι η Εκπαίδευση που αποτελεί το μέτρο της κινητικότητας μιας κοινωνίας. Γιατί είναι η Εκπαίδευση που διασφαλίζει το δικαίωμα των πολλών να αποκτούν πραγματικές ευκαιρίες ευημερίας. Γιατί είναι στην Εκπαίδευση που αποτυπώνεται η δημιουργικότητα, ο δυναμισμός -τελικά ο αληθινός πολιτισμός ενός κράτους.

 

Έχω μιλήσει πολλές φορές για το πώς, όπου πάω στην Ελλάδα βλέπω ότι έχει μπλοκάρει ο κοινωνικός ανελκυστήρας στη χώρα μας. Για το πώς υπάρχει διάχυτη αυτή η αίσθηση ότι οι λιγότερο προνομιούχοι δεν θα κατορθώσουν να ξεφύγουν από την ανέχεια, ακόμη κι αν δουλέψουν σκληρά.  Για το πώς τελικά είμαστε μια χώρα που δεν δίνει ευκαιρίες προόδου σε όλους. Πριν από μερικές δεκαετίες ένα παιδί χωρίς χρήματα και άλλα μέσα -εκτός από την αγάπη των γονιών του και το πάθος του για μάθηση- ένα παιδί, ας πούμε, από ένα μικρό χωριό της χώρας μας, ή από μια φτωχή συνοικία της Δυτικής Αθήνας, είχε ένα όνειρο. Να πάει σε ένα καλό δημόσιο σχολείο, συχνά ένα καλό πρότυπο δημόσιο σχολείο και στη συνέχεια, με την αξία του, να μπει σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο. Το όνειρο αυτό μέχρι πρότινος ήταν ζωντανό και ρεαλιστικό και πολλά από αυτά τα παιδιά είναι σήμερα τακτικοί καθηγητές. Πολλοί από εσάς μπορεί να βλέπετε να καθρεφτίζεται σε αυτό το παράδειγμα η δική σας προσωπική ιστορία.  Αυτός ο δρόμος όμως -ας είμαστε ειλικρινείς- σήμερα είναι συχνά κλειστός. Μπλοκαρισμένος από ξεπερασμένες αντιλήψεις περί δήθεν ισότητας, που καταλήγουν τελικά στο να συγκλίνουν όλοι σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Έτσι αναπαράγονται και έτσι διευρύνονται τελικά οι κοινωνικές ανισότητες. Πρέπει όλοι μας –είναι χρέος και στοίχημά μας– το δρόμο αυτό να τον ξανανοίξουμε. Γιατί η δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας ήταν και είναι ο μόνος δοκιμασμένος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Για μένα προσωπικά η εκπαίδευση δεν είναι άλλος ένας τομέας κυβερνητικής πολιτικής. Είναι απόλυτη προσωπική προτεραιότητα. Γι’ αυτό περιμένω πολλά από τη σημερινή μας συνάντηση μας και την αντιλαμβάνομαι ως αφετηρία μιας ειλικρινούς συνεργασίας.

Κυρίες και κύριοι,

Όταν μιλάμε για πανεπιστήμια, σε τι ακριβώς αναφέρομαστε; Πρώτον, ακαδημαϊκά ιδρύματα πραγματικά αυτόνομα, αυτοδιοικούμενα, αξιολογούμενα. Ανταγωνιστικά, σύγχρονα, εξωστρεφή, σίγουρα σε κοινό βηματισμό με την αγορά εργασίας. Μόνο έτσι θα μείνουν εδώ τα καλύτερα ελληνικά μυαλά, δίνοντας προστιθέμενη αξία στην πατρίδα μας.

Δεύτερον, πανεπιστήμια με άξιους διδάσκοντες, οι οποίοι θα πρωτοστατούν στην επιστήμη τους. Που θα αμείβονται αξιοπρεπώς και θα αισθάνονται ασφαλείς, αλλά και υπερήφανοι για το λειτούργημά τους.

Τρίτον, ιδρύματα-δημιουργικές κυψέλες για ολόκληρη την κοινωνία. Που θα διοικούνται σωστά, παράγοντας μετρήσιμο ερευνητικό αποτέλεσμα. Και θα εμβολιάζουν με γνώσεις αλλά και με ήθος όλους τους πολίτες και συχνά και το πολιτικό μας προσωπικό.

Αντιλαμβάνομαι ασφαλώς, πόσο φιλόδοξη, πόσο εξωπραγματική ακούγεται αυτή η αντίληψη όταν τόσα πολλά πράγματα πήγαν τόσο πίσω, τα τελευταία χρόνια, στην εκπαίδευση. Δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή από την υπέρβαση, από ένα γενναίο άλμα στο μέλλον. Θέλει τόλμη –την έχουμε. Θέλει πολιτική βούληση –τη διαθέτουμε. Θέλει σχέδιο και ιδέες –τις εκθέτουμε στη δική σας κρίση, επιζητώντας και τη δική σας αντίδραση.

Κυρίες και κύριοι,

Μια από τις τελευταίες δημόσιες ομιλίες του πατέρα μου ήταν το 2014, όταν το Πολυτεχνείο Κρήτης τον τιμούσε, καθώς ο ίδιος είχε πρωτοστατήσει  στην ίδρυσή του. Την είχε εκφωνήσει από στήθους, δεν είχε χειρόγραφα μπροστά του, δεν έβλεπε πια καλά στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Την ξαναδιάβασα πριν από λίγες μέρες, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη γέννησή του. Είχε αναφερθεί ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στα διαχρονικά προβλήματα της Παιδείας μας, αλλά και την απόσταση που την χώριζε από την παγκόσμια πραγματικότητα.

 

Ανοίγω μια παρένθεση: συζητώντας παλιότερα μαζί του τις πρώτες εμπειρίες που είχα ως φοιτητής στο εξωτερικό, μου έλεγε “δεν έχω ζηλέψει  πολλά πράγματα στη ζωή μου, αλλά όταν είδα το βιβλίο των προσφερόμενων μαθημάτων στο Harvard” -στο οποίο φοιτούσα- “πραγματικά ζήλεψα αυτήν την εμπειρία πρόσβασης στην ανοικτή γνώση”. Και είχα συζητήσει μαζί του και μου είχε επισημάνει τη σημασία των υποτροφιών προς αυτούς που τις χρειάζονται περισσότερο, λέγοντας, πως ακόμη και η «δωρεάν Παιδεία» της Ένωσης Κέντρου  τελικά ήθελε μεγαλύτερη στόχευση. Και είχε παραδεχθεί στην ομιλία του κάτι πολύ σημαντικό: Ότι ένα λάθος των πολιτικών της δικιάς του γενιάς ήταν ότι δεν έδωσαν τότε απόλυτη προτεραιότητα στην εκπαίδευση. Όχι μόνον ως όχημα προόδου, αλλά και για έναν λόγο ακόμα: Ως θώρακα ορθολογισμού του πολίτη απέναντι στα βέλη της ευκολίας του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Τα λόγια του αυτά τα συμμερίζομαι απολύτως.

 

Σήμερα, η εμπειρία μπορεί να είναι τραυματική, αλλά μπορεί να γίνει και διδακτική, αν έχουμε την τόλμη για μεγάλες παραδοχές. Και μια τέτοια είναι η αναγνώριση ότι ανεξαρτήτως των επιμέρους  αδυναμιών που πράγματι υπήρξαν, ο N.4009 του 2011 υπήρξε μία εμβληματική μεταρρύθμιση. Υπήρξε, το πρώτο μεγάλο παράδειγμα διακομματικής συναίνεσης. Και είμαι υπερήφανος που και εγώ τότε, ως βουλευτής απλός της Νέας Δημοκρατίας, έσπρωξα το κόμμα μου -διότι η τόλμη χρειάζεται από την Αντιπολίτευση και όχι από την Κυβέρνηση να συμφωνήσει με κυβερνητική πρωτοβουλία- να στηρίξουμε, παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις μας, αυτή τη μεγάλη μεταρρύθμιση. Ήταν ένα βήμα εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού, σε συνέχεια μιας μεγάλης προσπάθειας της Μαριέττας Γιαννάκου -που μας τιμά σήμερα με την παρουσία της- η οποία ξεκίνησε από  το 2007. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση του προβληματισμού γι’ αυτό το οποίο συχνά αποκαλώ «4009 plus» -φυσικά με την ενεργό συμμετοχή και τη συναίνεση της πανεπιστημιακής κοινότητας. Την ισχύουσα κατάσταση στα πανεπιστήμια την ξέρετε καλύτερα απ’ τον καθένα. Ο κόσμος βαδίζει γοργά προς την 4η Βιομηχανική Επανάσταση αλλάζοντας επιστημονικά, τεχνολογικά και κοινωνιολογικά δεδομένα. Όμως οι κύριοι Γαβρόγλου και Τσίπρας μάς πάνε πίσω στις πιο σκοτεινές  στιγμές της δεκαετίας του ’80: Η εκλογή πρυτάνεων από ξεχωριστά ψηφοδέλτια αναστατώνει τη ζωή των πανεπιστημίων με μόνο στόχο τον κομματικό έλεγχο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αξιολόγηση ουσιαστικά ακυρώθηκε. Η Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας, η ΑΔΙΠ, υποβαθμίστηκε και με το bullying που έζησαν οι καταξιωμένοι επιστήμονες του εξωτερικού, οι οποίοι κλήθηκαν να βοηθήσουν με τις  ιδέες τους. Πολλοί από αυτούς έφυγαν, και δεν θέλουν να γυρίσουν πάλι πίσω. Τα μεταπτυχιακά προγράμματα αντί για εργαλείο ανάπτυξης, αλλά και εσόδων, σημαντικών εσόδων για πολλά από τα πανεπιστήμια μας, μένουν αλυσοδεμένα από συνεχή αντικίνητρα προς τους διδάσκοντες. Η καθημερινότητα στις Σχολές, μας απειλεί και μας προσβάλλει όλους: Στην ΑΣΟΕΕ, στο Πολυτεχνείο, στο Αριστοτέλειο, πολλά ακόμη πανεπιστήμια, χώροι που έχουν καταληφθεί έχουν γίνει  επίσημα γιάφκες κουκουλοφόρων. Σήμερα, λίγο πριν έρθω, διάβαζα την απόφαση της Συγκλήτου του Οικονομικού πανεπιστημίου για συμβολική αναστολή των δραστηριοτήτων του πανεπιστημίου για μια μέρα, την 24η Οκτωβρίου, αγανακτισμένοι πια οι άνθρωποι από την κατάσταση που επικρατεί στο Οικονομικό πανεπιστήμιο. Όχι απ’ έξω, αλλά και μέσα στο ίδιο το Ίδρυμα.

Οι «Ρουβίκωνες» έφτασαν στο σημείο να καταλαμβάνουν  -και να έχουν μάλιστα το θράσος να το ανακοινώνουν- χώρους, γραφεία μέσα στη Φιλοσοφική. Και κάθε τόσο, καθηγητές και φοιτητές υφίστανται επιθέσεις από τραμπούκους ή εμποδίζονται στο έργο τους από κάθε είδους παρανόμους. Σε όλα αυτά, πώς απαντά η κυβέρνηση; Με μία απαράδεκτη διάταξη για το άσυλο και με το, επιτρέψτε μου τη βαριά έκφραση, κατάπτυστο πόρισμα Παρασκευόπουλου. Χθες είχαμε μια ακόμα εικόνα ντροπής, με τα όσα συνέβησαν στο γραφείο του κ. Γαβρόγλου.  Η εικόνα νέων ανθρώπων, που φέρονται χωρίς ίχνος σεβασμού και αίσθησης δημοκρατικής συνείδησης, ήταν, για μένα -είμαι σίγουρος και για εσάς- σοκαριστική και άκρως ανησυχητική. Η εικόνα του υπουργού ενός κόμματος που όλα αυτά τα χρόνια εξέθρεψε τέτοια φαινόμενα, ήταν απογοητευτική και ντροπιαστική για τον ίδιο, ασχέτως αν δεν έδειξε καν να το αντιλαμβάνεται.

Ξέρω ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Πρέπει όμως να αντιδράσουμε όλοι, πολιτεία, γονείς, εκπαιδευτικοί, φοιτητές, πρυτανικές αρχές, με σθένος σε αυτά τα φαινόμενα. Η δική μου δέσμευση είναι να χτίσουμε μια κοινωνία όπου το δίκιο δεν θα το έχει αυτός που φωνάζει πιο δυνατά. Θα ακούγονται όλοι και θα προστατεύονται όλοι. Δεν υπάρχει, πρόοδος χωρίς γνώση, ούτε και γνώση χωρίς ελευθερία και προσωπική ασφάλεια. Πρόκειται για αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα που πάει να ποδοπατηθεί στα πανεπιστήμια με την Πολιτεία να απέχει προκλητικά. Ένα δικαίωμα που εμείς θα το αποκαταστήσουμε.

Ένιωσα οργή όταν διάβασα την επιστολή των φοιτητών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ. Νέοι επιστήμονες οι οποίοι, όπως αναφέρουν, -και διαβάζω- «έχουν κουραστεί από τη συνεχή υποτίμηση των σπουδών τους, από τον φόβο να κυκλοφορήσουν σε έναν χώρο που αποτελεί το δεύτερο σπίτι τους, από την εξαθλίωση της Σχολής τους σε επίπεδα τριτοκοσμικής χώρας». Τι απαντάει η επίσημη Πολιτεία σε αυτούς τους νέους ανθρώπους; Ότι πρέπει μόνοι τους, λέει, να διεκδικήσουν τους χώρους και την ακαδημαϊκή ειρήνη. Πρέπει να τα βρουν οι ίδιοι με τους Ρουβίκωνες. Αυτά λέει ο κ. Γαβρόγλου. Και δεν αντιλαμβάνεται ότι όσο λέει τέτοια πράγματα καθίσταται, περίπου, περίγελος σε οποιοδήποτε σοβαρό άνθρωπο εντός ή εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Θα το ξαναπώ και σήμερα όσο πια ξεκάθαρα μπορώ: H πάταξη της πρωτοφανούς ανομίας στα πανεπιστήμια, η ασφάλεια των ακαδημαϊκών χώρων, η ποιοτική αναβάθμιση της ακαδημαϊκής καθημερινότητας, αποτελεί για εμένα αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Είναι αδιανόητο: παντού στη χώρα μας, σήμερα, υπάρχει ελευθερία έκφρασης -ο μόνος χώρος που απαγορεύεται να εκφράσει κανείς τις απόψεις του είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια! Το άσυλο υπάρχει για να προστατεύει ιδέες και όχι εγκληματίες με ναρκωτικά και μολότοφ. Τα αμφιθέατρα είναι χώρος γνώσης και διαλόγου, όχι τραμπουκισμών και βίας. Σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπως είναι η Ελλάδα, όπου τα ατομικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης, διασφαλίζονται πλήρως, η παρακαταθήκη του ακαδημαϊκού ασύλου δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πολιτικής κατάχρησης και ιστορικής διαστρέβλωσης. Γι’ αυτό και το άσυλο με τη σημερινή του μορφή θα καταργηθεί. Ως εδώ!

 

Θέλουμε πανεπιστήμια όπου φοιτητές και καθηγητές δεν θα φοβούνται. Θέλουμε πανεπιστήμια για τα οποία όλοι μας και πρώτοι εσείς δεν θα ντρεπόμαστε. Εγγυώμαι προσωπικά ότι στο δημόσιο πανεπιστήμιο δεν θα υπάρχει κανείς χώρος υπό κατάληψη. Οι συμμορίες που σήμερα τα λυμαίνονται θα εξοβελιστούν από αυτά. Αυτήν τη δουλειά θα την κάνει η οργανωμένη πολιτεία και όχι κάποιο -εντός εισαγωγικών-  ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Τελευταίο επικίνδυνο πείραμα της κυβέρνησης είναι η χωρίς αξιολόγηση αφομοίωση των τεχνολογικών ιδρυμάτων στα πανεπιστήμια. Αντί της αναβάθμισης με κριτήρια ακαδημαϊκά και σοβαρή μελέτη, το Υπουργείο Παιδείας επιλέγει να συρρικνώσει τον τεχνολογικό τομέα, επιβαρύνοντας και με πρόσθετα προβλήματα τα ιδρύματα που τον υποδέχονται. Πώς; Παζαρεύοντας με συντεχνιακά και τοπικά συμφέροντα. Σκεφτείτε ότι με έναν νόμο αφομοιώνονται τα Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας σε 3 διαφορετικά Πανεπιστήμια και δημιουργούνται 4 Τμήματα στην Λαμία, 8 στα Ψαχνά Ευβοίας, που εντάσσονται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα 4 σε Θήβα, Καρπενήσι και Άμφισσα, που εντάσσονται στο Γεωπονικό Αθηνών. Συμπέρασμα; Σχεδιασμός μηδέν, αποφάσεις σπασμωδικές, και αντιεπιστημονικές. Που εργαλειοποιούν την Παιδεία στο όνομα κομματικών ρουσφετιών και ταπεινών επιδιώξεων.

Με την πολιτική αυτή, έχουμε ανοιχτό μέτωπο για λόγους  πολιτικούς, εκπαιδευτικούς, αλλά και ηθικούς. Οφείλουμε, όμως, να είμαστε και ρεαλιστές απέναντι σε ένα αρνητικό τετελεσμένο. Καθώς μάλιστα έχει δυστυχώς προχωρήσει η συγχώνευση τόσο μεγάλων ιδρυμάτων, θα πρέπει να βρούμε μια λύση και να μην προσπαθήσουμε να διορθώσουμε ένα λάθος, με ένα ακόμη λάθος. Καθηγητές και σπουδαστές δεν πρέπει να ταλαιπωρηθούν εκ νέου. Έχουμε σχεδιάσει, συνεπώς, μία δέσμη παρεμβάσεων εξορθολογισμού της κατάστασης. Ένα στρατηγικό σχέδιο, που θα επαναθεμελιώνει την τεχνολογική εκπαίδευση με επίκεντρο τη διασύνδεση με την αγορά εργασίας και με τα νέα αντικείμενά της. Και το οποίο θα κατατείνει, τελικά, σε αυτά που λέγονται «Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών». Ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να προκύψει βέβαια από κάποια, αποκομμένη από το ακαδημαϊκό περιβάλλον, κυβερνητική πρωτοβουλία. Θα πρέπει να προκύψει μέσα από τα ίδια τα Ιδρύματα, την ΑΔΙΠ και βέβαια, με βασικούς αρωγούς εσάς τους ίδιους. Είναι και δικό σας έργο να προτείνετε τον εξορθολογισμό του ακαδημαϊκού χάρτη και τους τρόπους ενδυνάμωσης της τεχνολογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

 

Κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου τρεις αναφορές σε ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα της εργασίας σας, όσο και με την αξιοπρέπεια με την οποία οφείλει να περιβάλλεται η ιδιότητά σας. Ζήτημα πρώτο, το μισθολογικό. Όχι μόνο με τη στενή έννοια κάποιων αυξήσεων, όσο ως θέμα διαρθρωτικό, αφού η επένδυση στα πανεπιστήμια ξεκινάει από την επένδυση στους πανεπιστημιακούς. Γνωρίζω καλά ότι το 2012 οι αμοιβές σας μειώθηκαν αρκετά και πιο άδικα από άλλους εργαζόμενους με ειδικά μισθολόγια. Και ενώ επί δύο χρόνια αναμένατε την πλήρη εφαρμογή της επανορθωτικής απόφασης του ΣτΕ του 2015,  ο ΣΥΡΙΖΑ, το 2017, μείωσε εκ νέου τους μισθούς σας. Για να αναγκαστεί, πρόσφατα, ο κ. Τσίπρας και υπό τη δικιά μου πίεση, να αντιγράψει την δική μου περσινή δέσμευση ότι οι συγκεκριμένες οφειλές θα δοθούν αμέσως. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο η υποκρισία του πρωθυπουργού, που προσβάλλει και εσάς και όλους μας. Είναι και η ουσία της πολιτικής του. Προσέξτε: Από το 2014 και μετά η μισθοδοσία της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 1,5 δις και το 2019 η αύξηση θα φτάσει τα 2 δις. Πώς γίνεται, λοιπόν, και οι δικές σας αμοιβές να μειώνονται;

 

Η απάντηση κρύβεται στον παλαιοκομματικό κυνισμό του ΣΥΡΙΖΑ: Στις στρατιές των μετακλητών, στους συμβασιούχους-πελάτες σε θέσεις αμφίβολης χρησιμότητας και στα κομματικά ρουσφέτια κάθε είδους. Αντί τα χρήματα αυτά να διατεθούν για ένα καλύτερο ειδικό μισθολόγιο και νέες προσλήψεις όπου υπάρχουν ανάγκες,  κατευθύνθηκαν προς τους «ημετέρους». Αντί το δημόσιο να προσλαμβάνει καταρτισμένο προσωπικό προσλαμβάνει στρατιές υπαλλήλων υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ούτε καν μέσης εκπαίδευσης, για ανάγκες που θα μπορούσαν να καλυφθούν διαφορετικά. Έχω εδώ τα στοιχεία και είναι πολύ ενδιαφέροντα. Σύμφωνα με το ΑΣΕΠ δρομολογούνται για το 2018 13.569 προσλήψεις. Ξέρετε πόσες από αυτές τις προσλήψεις αφορούν ειδικό επιστημονικό προσωπικό; Ανθρώπους δηλαδή με πολύ αυξημένα προσόντα. Μόλις 138 άτομα. Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μόλις 1.339. Ούτε το 10% των προσλήψεων που κάνει το 2018 το ελληνικό δημόσιο δεν αφορά υπαλλήλους πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αυτό είναι το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για το Δημόσιο και αυτό αποτελεί το δήθεν «νέο», που αποδεικνύεται πιο ξεπερασμένο κι από το πιο παλιό. Η δυσμενής πραγματικότητα, αλλά και η απόφαση να κρατηθούμε στο ύψος και το ύφος της πολιτικής που αρμόζει σε μας και στη χώρα, δεν αφήνουν, εδώ, χώρο  για μεγάλες κουβέντες: Θα δούμε εκ νέου το ειδικό μισθολόγιο με βάση τις αποφάσεις του ΣτΕ, την κεντρική θέση που έχει στο δικό μας αξιακό σύστημα ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, αλλά και την ορθολογική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού στην εκπαίδευση.

 

Ζήτημα δεύτερο, οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ). Θέμα που ξέρω ότι επηρεάζει το ερευνητικό έργο αλλά και την καθημερινότητα σας, που βραχυκυκλώνουν στην γραφειοκρατία. Από την άλλη όμως, ως φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οφείλουν και οι ΕΛΚΕ να ακολουθούν κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας. Θυμίζω πως η κατάταξη ή μη των ΕΛΚΕ ως φορέων Γενικής Κυβέρνησης ανήκει στην  ΕΛΣΤΑΤ, γίνεται με κανόνες της EUROSTAT. Άρα, δεν είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει η κυβέρνηση, εκτός κι αν αποφασίσουμε πως δεν θα χειρίζονται καθόλου δημόσιο χρήμα ή δεν θα διοικούνται από τα Α.Ε.Ι, κάτι που πιστεύω δεν το θέλει κανείς. Όμως, με αυτούς τους περιορισμούς, δεσμεύομαι προσωπικά να βρούμε τη χρυσή τομή μεταξύ ευελιξίας και λογοδοσίας. Και ένα πρώτο μέτρο είναι η απλοποίηση του πλαισίου λειτουργίας τους, ανεξάρτητα αν ανήκουν ή όχι στη Γενική Κυβέρνηση. Νομίζω ότι έτσι, οι διαδικασίες προμηθειών και οι διοικητικές ενέργειες που υποστηρίζουν τα ερευνητικά προγράμματα μπορούν να επιταχυνθούν δραστικά. Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί δίπλα στην καινοτόμο έρευνα, εξασφαλίζοντας, βέβαια, και τους μηχανισμούς αξιοποίησης των πορισμάτων της. Ενώ τα ΑΕΙ  πρέπει να αφεθούν ελεύθερα να αναπτύξουν υποδομές για εταιρείες έντασης γνώσης (τα λεγόμενα spin-offs) ως κυψέλες επιχειρηματικής δημιουργικότητας με πυρήνα τους τα ίδια τα Πανεπιστήμια. Και οι ίδιοι οι καθηγητές – ερευνητές, να μπορούν να έχουν, χωρίς αναστολές και χωρίς αντιλήψεις που παραπέμπουν σε άλλες εποχές, το αντίστοιχο οικονομικό όφελος από τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Αρκεί να δούμε τι κάνει το Ισραήλ και να αντιγράψουμε το σύστημά τους για το πώς μοιράζεται η πίτα της πνευματικής ιδιοκτησίας μεταξύ του πανεπιστημίου, του εκπαιδευτικού-ακαδημαϊκού και του εν δυνάμει επενδυτή που θα χρηματοδοτήσει μια τέτοια επιχειρηματική πρωτοβουλία. Δε χρειάζεται ούτε στα ζητήματα αυτά να ανακαλύψουμε την πυρίτιδα.

Ζήτημα, τρίτο, και ίσως το πιο σημαντικό -και για μένα προσωπικά ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής μας για τα πανεπιστήμια- είναι η πλήρης αυτονομία των Α.Ε.Ι. στο πλαίσιο του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει ότι τα πανεπιστήμια απελευθερώνονται από τα δεσμά του υπουργείου και εγκαθιστούν νέους, προωθητικούς θεσμούς αξιολόγησης και λογοδοσίας. Η ΑΔΙΠ, όχι μόνο πρέπει να επανακτήσει τον κεντρικό της ρόλο, αλλά να τον ενδυναμώσει. Η αξιολόγησή της θα αποτελεί βασικό παράγοντα για την επιβράβευση, τόσο των Ιδρυμάτων όσο και του ακαδημαϊκού προσωπικού, και -όχι μόνο αλλά και- μέσα από την αυξημένη χρηματοδότηση. Και η χρηματοδότηση αυτή θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένους δείκτες που θα αντανακλούν τις σύγχρονες προκλήσεις, όπως τα ερευνητικά αποτελέσματα των Πανεπιστημίων αλλά και η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων τους.  Δείτε τα πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επαγγελματική αποκατάσταση των Ελλήνων αποφοίτων βρίσκεται λίγο πάνω από το 50%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 80%. Το ξέρετε καλύτερα από μένα γιατί το ζείτε καθημερινά. Τα πανεπιστήμιά μας παράγουν στρατιές άνεργων πτυχιούχων. Και βέβαια, είναι καιρός να αναζητήσουμε μηχανισμούς για ευέλικτες διαδικασίες χορηγιών. Είναι αστείο η Ελλάδα και τα ελληνικά πανεπιστήμια να αποκλείονται από τέτοιες δυνατότητες. Πρέπει, επιτέλους, να μπούμε κι εμείς στην τροχιά της παγκόσμιας εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Αυτό, θα φανεί ειδικά στα μεταπτυχιακά, όπου το κάθε Ίδρυμα θα πρέπει να είναι ελεύθερο να αποφασίζει μόνο του, με βάση τις προδιαγραφές που θα θέσει η ΑΔΙΠ. Καθορίζοντας το ίδιο τα δίδακτρα, αλλά βέβαια και προβλέποντας υποτροφίες για τους πιο αδύναμους, από οικονομική άποψη, φοιτητές, χωρίς όμως να κάνει έκπτωση στα κριτήρια με τα οποία αποδέχεται τους φοιτητές στα μεταπτυχιακά προγράμματα. Αυτό σημαίνει πραγματική και ουσιαστική κοινωνική πολιτική χωρίς υποβάθμιση της παρεχόμενης γνώσης.

Η δυνατότητα της αυτοτέλειας, όπως την οραματίζομαι, πρέπει να εκδηλωθεί και σε μια σειρά από προπτυχιακές πρωτοβουλίες, με πρώτα, επιμένω πάρα πολύ σε αυτό, τα ξενόγλωσσα προγράμματα. Που θα προσελκύσουν φοιτητές από άλλες χώρες, δίνοντας και στα ίδια τα πανεπιστήμια πραγματική εξωστρέφεια και πρακτικό διεθνή προσανατολισμό αλλά και σημαντικά πρόσθετα έσοδα, καθώς προφανώς οι φοιτητές αυτοί πληρώνουν δίδακτρα. Αξίζει τον κόπο να δείτε μια πολύ ενδιαφέρουσα  μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για την Ανώτατη Εκπαίδευση στην οποία αναδείχθηκε η σημασία των ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων συνολικά για την ελληνική οικονομία: Μέσα από μία τέτοια μεταρρύθμιση και μόνο εκτιμά η Εθνική Τράπεζα ότι το Α.Ε.Π. μπορεί να αυξηθεί κατά 1,1% για μια δεκαετία. Σημαντικότατη αύξηση των δημοσίων εσόδων για το κράτος αλλά φυσικά και για τα ίδια τα πανεπιστήμια.

Και βέβαια τα πανεπιστήμια πρέπει  να αποκτήσουν τα ίδια τον πλήρη έλεγχο του αριθμού των εισαχθέντων. Δεν γίνεται με αποφάσεις άλλων να διπλασιάζεται ο αριθμός των εισαχθέντων. Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια θα πρέπει να αντανακλά, όχι μόνο την αυτονομία των ιδρυμάτων, αλλά πρωτίστως τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες που θέτουμε ως ελληνική κοινωνία για το μέλλον των νέων μας. Αυτό σημαίνει ότι παρότι έχω πει ότι δεν θα αλλάξουμε άμεσα το σύστημα εισαγωγής, σίγουρα δεν θα εμπλακούμε σε επικίνδυνους πειραματισμούς, όπως κάνει η σημερινή Κυβέρνηση. Θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε ζητήματα που επηρεάζουν την ποσοτική και ποιοτική διάσταση της φοίτησης στα πανεπιστήμιά μας. Πρέπει να αναρωτηθούμε π.χ. αν χρειαζόμαστε μια ακόμα Νομική Σχολή στην πατρίδα μας. Να το κάνουμε με ειλικρίνεια και βλέποντας τη μεγάλη εικόνα.

Σύγχρονες, παγκόσμιες και εθνικές προκλήσεις για βιώσιμη, οικονομική ανάπτυξη και αύξηση της απασχόλησης, μας υποχρεώνουν, μας επιβάλλουν, τη στροφή των νέων μας στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε για την επόμενη μέρα. Και αυτό πρέπει να είναι οδηγός μας σε οποιαδήποτε απόφαση για τον αριθμό των εισαχθέντων στα πανεπιστήμια. Αν θέλουμε να αυξήσουμε -να το πω με απλά λόγια- τη συμμετοχή των νέων στην τεχνική εκπαίδευση και κρίνουμε ότι οι νέοι οι οποίοι ακολουθούν αυτήν την  μαθησιακή διαδρομή έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βρουν μια καλη δουλειά, τότε αυτό σημαίνει νομοτελειακά ότι θα μειωθεί ο συνολικός αριθμός των εισαχθέντων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Εκεί πρέπει να κάνουμε μια μεγάλη δουλειά συνολικά ως κοινωνία. Να επαναξιολογήσουμε τις προτεραιότητές μας, να εξηγήσουμε στη μέση ελληνική οικογένεια, η οποία σήμερα ακόμα έχει βαθιά ριζωμένη στη ψυχή της τη σημασία μιας καλής μόρφωσης, ότι ένα πτυχίο από ένα πανεπιστήμιο δεν είναι κατ’ ανάγκη ο μόνος δρόμος για μια επαγγελματική αποκατάσταση σε μια αγορά εργασίας που τόσο πολύ και τόσο γρήγορα αλλάζει.

 

Δεύτερον, η επαναφορά της βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια, κατά την άποψη μου, είναι απαραίτητη. Και είναι απαραίτητη για έναν βασικό λόγο: Είναι απαραίτητη ως μια ελάχιστη ανταπόδοση του φοιτητή στην Πολιτεία η οποία του προσφέρει αυτή την  δυνατότητα της δωρεάν εκπαίδευσης. Όταν κάποιος γράφει “3” με το να μπαίνει στο πανεπιστήμιο περιφρονεί το σύστημα. Το περιφρονεί και αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σε μια κοινωνία η οποία πρέπει να βρει μια νέα ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Είμαστε πολύ χαλαροί στα δικαιώματα, στις υποχρεώσεις δεν τα πάμε πολύ καλά. Άρα, μια νέα ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λέει ότι θα πρέπει να πετύχεις έναν ελάχιστο βαθμό εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, αν θέλεις πραγματικά να έχεις πρόσβαση στη τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ανάμεσα στις πολλές πρωτοβουλίες  που οραματίζομαι για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο είναι και ένα εσωτερικό πρόγραμμα Erasmus μεταξύ των πανεπιστημίων, ώστε εύκολα οι φοιτητές να μπορούν, για ένα εξάμηνο, ενδεχομένως και για έναν χρόνο, να φοιτούν, να παίρνουν μαθήματα, σε άλλο τμήμα από αυτό στο οποίο φοιτούν. Πρέπει να σπάσουμε, σήμερα, τα κάθετα σιλό των τμημάτων και να δώσουμε μεγαλύτερες ευκαιρίες στα νέα παιδιά να αποκτήσουν άλλες εμπειρίες, να έρθουν σε επαφή με άλλα μαθησιακά αντικείμενα, να γνωρίσουν άλλους φοιτητές. Να ανοίξει με αυτόν τον τρόπο περισσότερο το μυαλό τους και να μην μείνει απλά προσκολλημένο στην στείρα εκπαίδευση που θα πάρει από το τμήμα στο οποίο θα μπει. Τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι ελεύθερα να δημιουργούν τέτοιες συνεργασίες μεταξύ τους χωρίς να χρειάζονται κάθε φορά την έγκριση και το κάθε τι  από το Υπουργείο Παιδείας. Με άλλα λόγια η πρόταση μου για το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι, ουσιαστικά, μια πρόταση χειραφέτησης, είναι μια πρόταση ελευθερίας. Πάρτε τις τύχες σας στα χέρια σας και αναλάβετε εσείς οι ίδιοι τις ευθύνες σας. Εμείς θα βοηθήσουμε, όπως μπορούμε, θα βάλουμε κανόνες στους οποίους πρωτεύοντα ρόλο θα έχει η αξιολόγηση και η αξιοκρατία.

Και εσείς θα καταβάλετε κάθε προσπάθεια για να αναδείξετε τα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια στη θέση που τους αξίζει σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Ώστε οι  πολλές νησίδες αριστείας που υπάρχουν σήμερα στα ελληνικά πανεπιστήμια να μην είναι η εξαίρεση, αλλά να γίνουν ο κανόνας. Όλα αυτά θα αποτυπωθούν, εκ των πραγμάτων, σε ένα νέο νόμο-πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πολλές πτυχές τις έχουμε ήδη συζητήσει μαζί σας. Ο νόμος αυτός θα έχει ψηφιστεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο της νέας διακυβέρνησης, γιατί, πολύ απλά, δεν έχουμε άλλο χρόνο για χάσιμο.

 

Κυρίες και κύριοι κλείνω με την εξής παρατήρηση: Γνωρίζω καλά το έργο που καθημερινά επιτελείτε, συχνά, σε αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, μέσα στην κρίση, δώσατε τον καλύτερό σας εαυτό για να κρατήσετε υψηλό το ακαδημαϊκό σας  επίπεδο. Σήμερα, φώναξα στο γραφείο μου έναν νέο φοιτητή, από τον Αλμυρό που μπήκε πρώτος στους χημικούς-μηχανικούς, που ξεπέρασε πολλές αντιξοότητες και τον ρώτησα: Ποια είναι η εμπειρία σου, ο πρώτος μήνας στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Τι σου αρέσει πιο πολύ απ’ όλα; Μου απαντά “Η ποιότητα των δασκάλων”. Είναι πολύ ενθαρρυντικό αυτό να στο λέει ένα νέο παιδί που επένδυσε κόντρα στις αντιξοότητες πολύ μεγάλο κόπο για να μπορεί να μπει στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Είναι ελπιδοφόρο που φοιτητικές μας ομάδες διακρίνονται συχνότατα σε διεθνείς διαγωνισμούς και απόφοιτοί μας διαπρέπουν στο εξωτερικό. Θέλουμε αυτό να είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Στόχος όλων μας πρέπει να είναι πώς θα κρατήσουμε εδώ τους νέους επιστήμονες. Η Ελλάδα τους έχει ανάγκη. Η Ελλάδα σας έχει ανάγκη.

 

Η μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων δεν είναι στο χέρι μόνο ενός Πρωθυπουργού ή μιας Κυβέρνησης και μόνο. Είναι έργο που θέλει να βρισκόμαστε, εσείς κι εμείς, από την ίδια πλευρά. Συνεπώς, χρειάζομαι τη συμπαράσταση και τη γνώση σας, ακόμα και μέσα από τις ενστάσεις σας, σε επιμέρους ζητήματα. Γιατί θα συζητήσουμε ώσπου να συμφωνήσουμε για όλα όσα πρέπει να γίνουν. Αλλά και από μόνη της, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, δεν μπορεί να συντελεστεί σε μία χώρα καθηλωμένη οικονομικά, πολιτικά, ηθικά και πολιτισμικά. Γι’ αυτό και ο δικός σας ρόλος είναι καθοριστικός. Είστε πάνω από όλα δάσκαλοι. Μακριά από κομματικές ή συντεχνιακές αγκυλώσεις σας καλώ να συμπορευτούμε για τη μεγάλη αναγέννηση που χρειάζεται η πατρίδα μας. Με μία μεγάλη πολιτική αλλαγή αλήθειας και προόδου. Έχει χαθεί, ήδη,  πολύς χρόνος και πρέπει να τον κερδίσουμε. Μαζί μπορούμε να πάμε την Ελλάδα μπροστά.

 

Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας και θα είμαι πάντα στη διάθεσή σας.

Υστερόγραφα Team
Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι