Γ. Κοντογιώργης: Το πρόβλημα της διαχείρισης του πολιτικού λόγου από τα ΜΜΕ

Υστερόγραφα Team
Posted on March 19, 2017, 4:38 pm

 

 

Γράφει ο Γεώργιος Κοντογιώργης*

 

Πηγή: contogeorgis.blogspot.gr/

 

Η γλώσσα ως φορέας πολιτικού λόγου και ιδεολογίας. Η περίπτωση των Μέσων Επικοινωνίας.

Η προβληματική που προτίθεμαι να αναπτύξω παρακάτω θα μπορούσε να αποδοθεί ακριβέστερα, συνεκτιμώντας εξαρχής το συμπέρασμά μου ότι η γλώσσα έχει μεταβληθεί, στο πλαίσιο της νεοτερικής πολιτείας, σε εργαλείο ιδιοποίησης της πολιτικής διαδικασίας και προσομοίωσης του πολιτικού λόγου με το ίδιον συμφέρον των συντελεστών των Μέσων Επικοινωνίας. Εννοώ ότι όλες οι αρχές και, συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις, πάνω στις οποίες εδράζεται σήμερα το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, κατατείνουν στο να διατηρούν τα Μέσα Επικοινωνίας εκτός του πολιτειακού συστήματος, δηλαδή υπεράνω του νόμου. Κατά τούτο, επομένως, δεν είναι εφικτή η αναμόρφωση της θέσης αυτής των Μέσων Επικοινωνίας, χωρίς την αλλαγή του συστήματος, δυνάμει του οποίου οικοδομείται η σχέση τους με την πολιτική και η ενγένει διαχείριση του κοινωνικού γεγονότος.

Η γλώσσα αποτελεί όντως τη διαχρονική σταθερά που λειτουργεί ως όχημα νοηματοδότησης των φαινομένων, αλλά και ως μέσον επικοινωνίας. Εντούτοις, στο μέτρο που τα φαινόμενα ή τα νοήματα αλλάζουν, και οι έννοιες που περικλείουν οι λέξεις μεταβάλλονται. Οι νοηματοδοτήσεις παρακολουθούν την εξέλιξη των φαινομένων, δεν τη δεσμεύουν.

Συγχρόνως η γλώσσα αποτελεί κοινωνικό εργαλείο. Μεταφέρει και κοινοποιεί αντιλήψεις, συμφέροντα ή διεκδικήσεις των μελών της κοινωνίας ή των ομάδων που τη συγκροτούν. Λειτουργεί δηλαδή ως μέσον συνάντησης ή συνάρθρωσης των αντικειμένων λόγων που συνέχουν την κοινωνία.

Η τελευταία αυτή επισήμανση κάνει φανερό ότι η πολιτική λειτουργία της γλώσσας κατέχει μία κεφαλαιώδη θέση στα κοινωνικά δρώμενα, καθόσον το είδος και το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου ανάγονται ευθέως στο είδος του πολιτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, του πολιτικού πολιτισμού, που βιώνει μία κοινωνία ή μία εποχή.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η νοηματοδότηση του κοινωνικού και πολιτικού φαινομένου δεν υπακούει στους νόμους της φυσικής ή της εργαστηριακής επαλήθευσης. Διαφοροποιείται σημαντικά σε συνάρτηση με της κοινωνικές, πολιτισμικές ή γλωσσικές αφετηρίες ενός εκάστου. Με άλλα λόγια, η νοηματοδότηση των φαινομένων δεν είναι ουδέτερη. Η επιλογή, για παράδειγμα, της μιας ή της άλλης εκδοχής για το έθνος, που συζητείται ευρύτερα σήμερα, υποκρύπτει προεκτάσεις μείζονος σημασίας για το είδος της ελευθερίας και, ως εκ τούτου, για τη δομή της κοινωνίας και της πολιτείας, για την συλλογική ταυτότητα και την ιστόρησή της. Η ταυτολογική εξομοίωση των εννοιών της αντιπροσώπευσης και της δημοκρατίας ή η σύγχυσή τους με ένα κατεξοχήν μη αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα όπως το σημερινό, λειτουργεί ως καταλύτης για την ίδια τη σημειολογία της πολιτικής. Το ίδιο συμβαίνει με πολλές άλλες έννοιες που χρησιμοποιούνται παραμορφωτικά (π.χ. η σύγχυση ελευθερίας και δικαιώματος) είτε από άγνοια είτε σκόπιμα, δηλαδή με πρόθεση νομιμοποίησης του συστήματος.

Επιπλέον, και αν ακόμη συμφωνήσει κανείς στο ζήτημα της νοηματοδότησης των φαινομένων, είναι προφανές ότι η γλώσσα του πολιτικού λόγου θα διαφοροποιηθεί αναγκαστικά, σε συνάρτηση προς το κοινωνικό σύστημα που υιοθετείται, την ιδεολογία και, επομένως, τα συμφέροντα που καλείται να εκφράσει. Η γλώσσα, ο πολιτικός λόγος του φιλελευθερισμού, διαφέρει από εκείνον του σοσιαλισμού. Ο λόγος της μαζικής/αγελαίας πολιτικής συμπεριφοράς αντικρίζεται προς τον λόγο της πολιτικής ατομικότητας. Ο λόγος που αφορά στη συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, διαφοροποιείται, επίσης, αναλόγως αν είναι ταξικός ή διαστρωματικός, πελατειακός ή διαμεσολαβητικός, προ-αντιπροσωπευτικός, αντιπροσωπευτικός ή, τέλος, δημοκρατικός. Ώστε η γλώσσα, ως φορέας του πολιτικού λόγου, δεν είναι μία αλλά πολλές. Το ερώτημα είναι αν οι πολλές γλώσσες θα προβάλουν παρατακτικά ή διαλεκτικά δυνάμει της αρχής των αντικειμένων λόγων.

Μία διαφορετικής τάξεως επισήμανση αφορά στο αποτέλεσμα της συσχέτισης της γλώσσας ως φορέα του πολιτικού λόγου με το επικοινωνιακό σύστημα.

Στην εποχή της φυσικής επικοινωνίας, οι φορείς του πολιτικού λόγου συναντώνται μεταξύ τους ή με τους αποδέκτες του στο πεδίο της κοινωνίας ή στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος: Η πολιτική τάξη με το εκλογικό σώμα, οι ομάδες συμφερόντων με την εξουσία, ο πολίτης με τον πολιτικό. Ο φορέας του πολιτικού λόγου κοινοποιεί απευθείας στον αποδέκτη την προβληματική του. Η γλώσσα του πολιτικού λόγου μπορεί να είναι, ανάλογα με το πολιτικό σύστημα, εξουσιαστική ή διατακτική, παρατακτική ή διαλεκτική. Στη δημοκρατία όμως ο πολιτικός λόγος δεν διαμεσολαβείται, εν αντιθέσει προς το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα (της πρώιμης πόλης κράτους ή του σύγχρονου έθνους κράτους) όπου είναι εξορισμού διαμεσολαβημένος.

Στην εποχή της τεχνοδικτυακής επικοινωνίας το δίλημμα της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που ανάγεται, ούτως ή άλλως, στη φύση του πολιτικού συστήματος, συναρτάται επίσης με τις δουλείες της διαμεσολάβησης του πολιτικού λόγου. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η διαμεσολάβηση αυτή δεν εγγράφεται ως αναγκαστική σταθερά σε μια έστω αντιπροσωπευτική λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αποτελεί απλώς συμβάν της πρώιμης, της προ-πολιτικής και, οπωσδήποτε, προ-αντιπροσωπευτικής εποχής, που βιώνει σήμερα ο κόσμος.

Όσα θα διαπιστώσουμε, επομένως, στη συνέχεια για τη διαμεσολαβητική λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, αφορούν στον παρόντα χρόνο, όχι στο μέλλον. Το οποίο μέλλον προδικάζει την θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και, κατά τούτο, την απόδοση σ’αυτήν, κατ’ελάχιστον, της ιδιότητας του εντολέα.

Όντως διαπιστώνουμε ότι στην εποχή μας τα Μέσα Επικοινωνίας προσλαμβάνονται ως Μέσα Ενημέρωσης. Η ρύθμιση αυτή υπονοεί ότι το Μέσον Επικοινωνίας λειτουργεί ως όχημα συνάντησης του φορέα/ παραγωγού του πολιτικού λόγου (του κατόχου της εξουσίας, του εκπροσώπου του κόμματος, της ομάδας πίεσης κλπ) με τον τελικό αποδέκτη του (της κοινωνίας). Θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι, στο μέτρο που η λειτουργία του «Μέσου» παραμένει τυπικά διαμεσολαβητική -ως μεταφορέας του πολιτικού λόγου-, δεν γεννάται ζήτημα. Η προστιθέμενη αξία της παρέμβασής του στη γλώσσα και, θα έλεγα, στο περιεχόμενο που πολιτικού λόγου, είναι περιορισμένη.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που το Μέσον Επικοινωνίας, μολονότι είναι θεσμοθετημένο ως Μέσον Ενημέρωσης, μεταβάλλεται σε πεδίο παραγωγής πρωτογενούς πολιτικής; Αυτό είναι δυνατόν να συμβεί σε δυο περιπτώσεις: αν αποφασισθεί κάποια στιγμή το πολιτικό σύστημα να γίνει αντιπροσωπευτικό ή δημοκρατικό, οπότε την ιδιότητα του εντολέα (στην αντιπροσώπευση) ή και την καθολική πολιτική αρμοδιότητα (στη δημοκρατία) θα την αναλάβει αντιστοίχως η κοινωνία των πολιτών που θα συγκροτηθεί για το σκοπό αυτό σε δήμο. Και τούτο διότι, στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, η αντιπροσωπευτική ή η δημοκρατική οικοδόμηση του πολιτικού συστήματος είναι εφικτή μόνον στο επίπεδο του τεχνοδικτύου. Η δεύτερη περίπτωση, αναφέρεται στο παρόν, καθόλα προ-αντιπροσωπευτικό, πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας και, συγκεκριμένα, από τη στιγμή που θα διαπιστωθεί ότι η πολιτική ως γεγονός παράγει επωφελές αποτέλεσμα για τους συντελεστές των Μέσων Επικοινωνίας.

Είναι προφανές ότι η πρώτη περίπτωση απέχει πολύ από την εποχή μας και, συνεπώς, δεν συζητείται. Η δεύτερη όμως περίπτωση είναι εφικτή και μπορεί να συμβεί εάν παρατηρηθεί υψηλή ζήτηση πολιτικής εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών. Ζήτηση που, όπως γνωρίζουμε, συναρτάται ευθέως με μια δυσανάλογη, σε σχέση με τη φύση του πολιτικού συστήματος, πολιτική ανάπτυξη των μελών της.

Δεν είναι του παρόντος να εξηγήσουμε πότε και γιατί συμβαίνει αυτό. Μπορούμε απλώς να συγκρατήσουμε, για τις ανάγκες του επιχειρήματος, ότι η ελληνική κοινωνία συγκεντρώνει την προϋπόθεση αυτή. Όντως, εμφανίζει τον υψηλότερο ίσως δείκτη πολιτικής ανάπτυξης και, επομένως, ζήτησης πολιτικής μεταξύ των χωρών της εποχής μας. Σε μελέτη που πραγματοποίησα το 1993, προέκυψε ότι η προσφορά πολιτικής από τα Μέσα Ενημέρωσης ήταν δεκατρείς φορές μεγαλύτερη στην Ελλάδα από ότι στο Βέλγιο και ένδεκα φορές περισσότερη από ότι στη Γαλλία, που θεωρείται μία πολύ πολιτικοποιημένη χώρα.

Αυτή καθεαυτή η ανταπόκριση των Μέσων Επικοινωνίας στη ζήτηση πολιτικής δεν είναι μεμπτή. Θα έλεγα μάλιστα ότι με την παρεμβολή τους διευρύνουν το πεδίο του δημοσίου χώρου, συμβάλλουν στη διάχυση του πολιτικού λόγου προς την κατεύθυνση της κοινωνίας, «βγάζει» την πολιτική από τα στεγανά της εξουσίας και τη συνδέει με τους ενδιάμεσους συντελεστές της. Το ζήτημα έγκειται αλλού: όταν, από Μέσον Ενημέρωσης μεταβάλλεται σε πεδίο της πολιτικής, αναλαμβάνει ουσιαστικά να διαχειρισθεί καίριες λειτουργίες του πολιτικού συστήματος, με προέχουσες εκείνες του πολιτικού λόγου και της πολιτικής δυναμικής. Αναλαμβάνει, δηλαδή, να συγκροτήσει το πεδίο της συνάντησης των πολιτικών δυνάμεων (και των ομάδων διαμεσολάβησης) μεταξύ τους ή αυτών με την εξουσία.

Διαπιστώσαμε εντούτοις, ότι το Μέσον Επικοινωνίας είναι δομημένο ως εξωπολιτειακός θεσμός και, μάλιστα, ως θεσμός της ιδιωτικής ή της κρατικής οικονομίας. Το πρόβλημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι ότι ένα φαινόμενο, η πολιτική, που συγκροτεί και συνέχει τη λειτουργία της κοινωνίας, «αφήνεται» σε ένα θεσμό, ο οποίος είναι δομημένος με γνώμονα το ανήκειν του συστήματος στην ιδιοκτησία και, κατ’ επέκταση, το ίδιο συμφέρον του ιδιοκτήτη. Σε ότι αφορά στην ιδιωτική ιδιοκτησία το συμφέρον αυτό είναι ιδίως οικονομικό, έχει δηλαδή διακύβευμα το κέρδος. Δυνάμει της λογικής του συστήματος ο ιδιοκτήτης του «Μέσου» εξουσιοδοτείται να προσλαμβάνει την πολιτική ως προϊόν, να την μεταποιεί κατά βούληση, να την μεταπωλεί στην κοινωνία ή στους φορείς της πολιτικής. Την ιδιοποίηση αυτή, εντέλλεται μάλιστα να την εμπραγματώσει σε ένα περιβάλλον ισχύος και όχι κανονιστικής εξουσίας.

Υπογραμμίζω τη διαφορά: το Μέσον Επικοινωνίας είναι θεσμιμένο ως δύναμη όχι ως εξουσία. Έναντι του πολιτικού συστήματος αποτελεί δύναμη όχι εξουσία. Υπό την ιδιότητα ακριβώς αυτή, εξουσιοδοτείται να διαχειρισθεί το πολιτικό φαινόμενο (τον λόγο της πολιτικής), έναντι του οποίου γίνεται αποδεκτό ότι ο σκοπός του μπορεί να προσιδιάζει στην επιδίωξη του κέρδους και όχι στην ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Το γεγονός αυτό καθεαυτό συνεπάγεται επίσης μία διαφορετική προσέγγιση του δικαιούχου της πολιτικής, δηλαδή της κοινωνίας και, εν προκειμένω, του πολίτη. Η πολιτική δεν αποτιμάται ως ο δημόσιος χώρος που συγκροτεί και λειτουργεί την κοινωνία. Οριζόμενο ως προϊόν, αποτιμάται σε χρήμα (ή επιρροή), προσφέρεται για πώληση στον δικαιούχο της. Ο πολίτης μεταβάλλεται, με τη σειρά του, σε μέρος της οικονομικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, σε καταναλωτή.

Η μετάλλαξη αυτή του πολίτη είναι κεφαλαιώδης και ανάγεται στη διαφορά φύσεως που επισημαίνεται μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής αγοράς. Στην μία περίπτωση, η πολιτική έχει ως διακύβευμα το συμφέρον της κοινωνίας. Στην άλλη, η πολιτική, εναρμονισμένη με τους νόμους της ιδιοκτησίας και της αγοράς, έχει ως διακύβευμα το συμφέρον του ιδιοκτήτη και, ευρύτερα, του συντελεστή του Μέσου Επικοινωνίας.

Ώστε η ιδιότητα του πολίτη/καταναλωτή και η ιδιότητα του πολίτη της πολιτείας δεν έχουν το ίδιο κίνητρο σε ότι αφορά στο ενδιαφέρον τους για την πολιτική, για τον πολιτικό λόγο ούτε οδηγούν στις ίδιες επιλογές. Η μία ευνοεί το θέαμα, τον εντυπωσιασμό, την προσωποποίηση της αντίθεσης. Η άλλη ευνοεί το διάλογο, ενεργοποιεί τη λογική με γνώμονα το συνολικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Η μία υποβάλλει το άτομο στις προτεραιότητες των «Μέσων», η άλλη στις προτεραιότητες της πολιτικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο και οι όροι της «ενημέρωσης» είναι διαφορετικοί. Η πολιτική ενημέρωση, ιδωμένη υπό το πρίσμα της οικονομικής αγοράς, μεταλλάσσει την πολιτική σε θεατρική σκηνή, της οποίας το περιεχόμενο προσομοιάζει μάλλον με πολιτική επιθεώρηση. Σκηνοθέτης είναι ο τηλεκράτορας. Η πολιτική, εν προκειμένω, πωλείται και, ως εκ τούτου, οι θεματικές και οι συντελεστές της είναι διαφορετικοί, απ’ότι εάν αυτή λειτουργούσε ως δημόσιος χώρος.

Μολονότι οι επιπτώσεις της μετατροπής της πολιτικής και ιδίως του πολιτικού λόγου σε προϊόν, του οποίου η διαχείριση υπόκειται στους νόμους της οικονομικής αγοράς, είναι προφανείς, είναι χρήσιμο νομίζω να σταχυολογήσει κανείς ορισμένες από αυτές, που αφορούν αμεσότερα στις χρήσεις της γλώσσας και, συγκεκριμένα, στην μετάλλαξή της από φορέα του πολιτικού λόγου σε εργαλείο της οικονομικής αγοράς.

Η ιεράρχηση των ειδήσεων γίνεται εφεξής με μέτρο τη βαρύτητα των συμβάντων στην ανάπτυξη του θεάματος. Κατά τούτο, προέχει η γλώσσα του θυμικού, που ενισχύει τη μαζοποίηση, την αγελαία πολιτική συμπεριφορά της κοινωνίας, που πεζοδρομοποιεί την πολιτική. Παραδείγματα όπως εκείνα του Βαρθολομαίου, του Άλεξ, της «φραπελιάς», του «εξώγαμου» του Παναγούλη, του βιασμού στην Αμάρυνθο και πολλά άλλα από τα οποία βρίθει η καθημερινότητα των ελληνικών «Μέσων», είναι εξόχως χαρακτηριστικά.

Η θεματική των ειδήσεων ευτελίζεται στην απαρίθμηση συμβάντων που ανάγονται στο προσωπικό βίωμα (εγκλημάτων, βιασμών κλπ), ή στην απομόνωση ανεκδοτολογικών περιστατικών που κρύβονται πίσω από την πολιτική. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η διαχείριση της τελευταίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συγκράτησε μόνο το θεαματικό περιεχόμενο της υπογραφής, ορισμένες σκανδαλοθηρικές στιγμές, όχι όμως και την οικονομική, πολιτισμική και πολιτική φυσιογνωμία των νέων μελών ή τις επιπτώσεις της διεύρυνσης.

Η διαχείριση της πολιτικής διαδικασίας ή της πολιτικής δυναμικής εξαντλείται στις προσωπικές «αιχμές» των πολιτικών συντελεστών και όχι, φυσικά, στην ουσία τους. Στις διαδηλώσεις προβάλλει όχι το γεγονός καθεαυτό (τα ποιοτικά τους στοιχεία) ή το διακύβευμα των διαδηλώσεων, αλλά το συμβάν, το επεισόδιο, το κάψιμο ενός κάδου με οπτική εντυπωσιασμού. Αυτό ακριβώς δείχνει την ιδιοποίηση ενός φαινομένου που ανήκε, όφειλε να ανήκει στο δημόσιο χώρο.

Στο πλαίσιο αυτό, η γλώσσα των ειδήσεων τυποποιείται, το λεξιλόγιο περιορίζεται στα στοιχειώδη, οι αποχρώσεις ενοχλούν διότι δεν απλουστεύουν τα γεγονότα. Το επιχείρημα υποκαθίσταται από την «ατάκα», τον συμβολισμό του συνθήματος, τον πεζοδρομιακό κώδικα. Ο λόγος γίνεται παρατακτικός, περιπτωσιολογικός. Ο λόγος της σύνθεσης, ο ερμηνευτικός λόγος αποκλείεται. Η γλώσσα της αντίθεσης προσωποποιείται, ο λόγος της πολιτικής ή των πολιτικών, της διασταύρωσης των απόψεων, παραχωρεί τη θέση του στην οξύτητα, στον προσωπικό «καυγά», στην πόλωση, στον εντυπωσιασμό. Μία ειδική κατηγορία πολιτικών, δηλαδή πολιτικού προσωπικού και δημοσιογράφων που κατασκεύασε η τηλεόραση, έχει αναλάβει εργολαβικά το ρόλο αυτής της παραθεώρησης ή διαστρέβλωσης των πραγμάτων, της πρόταξης ενός λεξιλογίου και μιας επιχειρηματολογίας, η οποία προσιδιάζει στους χαρακτήρες του υποκόσμου και έχει ως γνώρισμα την ύβρη.

Η διαφορετικότητα των απόψεων στις πολιτικές δυνάμεις, στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, προβάλλουν ως ασθένεια του συστήματος ή ως σκάνδαλο. Η διατύπωση, για παράδειγμα, μίας διαφορετικής γνώμης στο κόμμα είναι περιζήτητη όχι επειδή φέρνει νέα στοιχεία στο διάλογο, αλλά γιατί εγγράφεται ως μία προβληματική διάσταση του πολιτικού συστήματος. Ενώ όμως ο πλουραλισμός αντιμετωπίζεται ως κάτι το μεμπτό, ως ανωμαλία του πολιτικού λόγου και της πολιτικής διαδικασίας, συγχρόνως καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις «προτεραιότητες» της τηλεόρασης.

Η ενσάρκωση του συστήματος των Μέσων Επικοινωνίας από την ιδιοκτησία και η υπαγωγή της πολιτικής στους νόμους της οικονομικής αγοράς, δεν γίνεται, όπως θα υπέθετε κανείς, με σκοπό την αποτελεσματικότητά της, αλλά την ιδιοποίηση των ρόλων ή την υποκατάσταση θεσμών. Έτσι, ο δημοσιογράφος μεταβάλλεται σε πολιτικό, οικονομικό, αστυνομικό, ναυτιλιακό, νομικό, εκλογικό, επικοινωνιακό και κάθε άλλου είδους αναλυτή. Για να διαμορφώσει κανείς μια ιδέα της ιδιοποίησης αυτής και των επιπτώσεων της αρκεί να παρακολουθήσει επ’ ολίγον ένα ξένο κανάλι (π.χ. το CNN) για να διαπιστώσει ότι τις μεν ειδήσεις τις ανακοινώνει ο δημοσιογράφος, τον δεν σχολιασμό, την ανάλυση ή την τοποθέτησή τους στο ευρύτερο περιβάλλον τα αναλαμβάνει ο ειδικός: ο οικονομικός επιστήμων αν το θέμα είναι οικονομικό, ο πολιτικός επιστήμων αν είναι πολιτικό, κλπ.

Στην Ελλάδα, επομένως, η γνώση δεν είναι απλώς περιττή, εκτιμάται ως επιβλαβής και, μάλιστα, επικίνδυνη. Το θέαμα, που υποχειριάζει το άτομο και το μαζοποιεί, χρειάζεται τους «ανευλαβείς» του, έχει εκλεκτική συγγένεια με την άγνοια και τη συσκότιση. Ακραία εκδήλωση του φαινομένου της ιδιοποίησης αυτής αποτελούν τα λεγόμενα «πάνελ» (τα τραπέζια των συζητήσεων). Τα τραπέζια αυτά συγκροτούνται από δημοσιογράφους ή από δημοσιογράφους και πολιτικούς ή μόνο από πολιτικούς που μοιράζονται το ίδιο διακομματικό κλίμα και σύμπλεγμα συνενοχών. Οι φορείς της γνώσης είναι παντελώς εξοβελισμένοι από το διάλογο διότι κρίνεται ότι μπορούν να διαταράξουν τις ισορροπίες της «επιχειρηματολογίας» ή και το αποδεκτό θεματικό πλαίσιο (την «ατζέντα») της όλης παρουσίας. Επιπλέον, και αυτό ακόμη το ζήτημα της χρονικής εκπροσώπησης των κομμάτων στα δρώμενα θα είχε ενδιαφέρον να συσχετιστεί με το στατιστικό δείγμα των πολιτικών που συμμετέχουν στα «πάνελ».

Εν προκειμένω, το επιχείρημα της ακροαματικότητας αποτελεί την πλέον κραυγαλέα επιβεβαίωση της υποκατάστασης ή της ιδιοποίησης των θεσμών και των ρόλων, δηλαδή της ανατροπής της λογικής τους συστήματος. Ο τηλεκράτορας και οι εντεταλμένοι του συντελεστές αποφασίζουν πώς και από ποιον θα εκπροσωπηθεί το κόμμα, ποια θέματα θα συζητηθούν και ποια όχι, τι εγγράφεται στις κοινωνικές προτεραιότητες ή μη. Στην υποκατάσταση σε ρόλους και θεσμούς πρέπει να συνεκτιμηθεί και η αυταρχική λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας. Αναφέρομαι στη λογοκρισία που ασκείται, στην ασυλία με την οποία έχουν περιβάλει εαυτούς οι συντελεστές των «Μέσων», στην παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, στην ισοπέδωση των θεσμών, στην κατάλυση του κανονιστικού περιβάλλοντος.

Προβάλλει συχνά το επιχείρημα ότι η τηλεόραση, όπως άλλωστε και η πολιτική, προσομοιάζει στο κοινό της. Δεν είναι απλώς εσφαλμένη η άποψη αυτή, συνιστά απάτη. Το κοινό της τηλεόρασης δεν αποτυπώνει τον μέσο όρο του ελληνικού κοινού, αλλά το αγελαίο/μαζικό κατακάθι της κοινωνίας. Είναι το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που προσφέρεται εύκολα να λειτουργήσει ως καταναλωτής της πολιτικής, δηλαδή ως όργανο των συντελεστών των μέσων επικοινωνίας και των σκοπών τους. Δεν χρειάζεται να συγκρίνω την ελληνική κοινωνία με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή για να αποδείξω το γεγονός αυτό ούτε να αναφερθώ στη δεοντολογία του παιδαγωγικού ρόλου που οφείλει να παίζει η τηλεόραση. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι, αν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα διαπιστώνονταν η κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ ζήτησης πολιτικής και αποδοκιμασίας του περιεχομένου της πολιτικής που προσφέρεται από τα Μέσα Επικοινωνίας, από την κοινή γνώμη.

Έχει σημασία ως προς αυτό να σταθούμε ειδικότερα σε μία επισήμανση που την θεωρώ καίρια. Στην εποχή της τεχνοδικτυακής επικοινωνίας το κοινωνικό γεγονός συγκροτείται και υπάρχει εάν υιοθετηθεί από τα «Μέσα». Ένα γεγονός τοπικής σημασίας από τη στιγμή που υιοθετείται από τα Μέσα Επικοινωνίας γίνεται εθνικό ή αναλόγως παγκόσμιο. Κατά την ίδια έννοια, συνάγεται ότι το Μέσον Επικοινωνίας παίζει ένα ρόλο καταλύτη στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων, των νοοτροπιών, των στερεοτύπων και, προφανώς, της αυτογνωσίας.

Για να κατανοηθεί η αξία της επισήμανσης αυτής, αρκεί να θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το εθνικό συνειδησιακό οικοδομήθηκε με άξονα το επικοινωνιακό όχημα των ομηρικών επών. Το Βυζάντιο είχε τους δικούς τους επικοινωνιακούς συμβολισμούς που στην περίοδο της κρίσης αποκρυσταλλώθηκαν ή απεικονίσθηκαν με το έπος του Διγενή Ακρίτα. Και επί οθωμανοκρατίας, με τον θρήνο της Άλωσης.

Στην Ελλάδα του κράτους-έθνους, η «συνείδηση κοινωνίας» συμβολίσθηκε με το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Σήμερα οι συλλογικές αναφορές της ελληνικής κοινωνίας διαμορφώνονται από τους επώνυμους συντελεστές ή διασκεδαστές των Μέσων Επικοινωνίας και το έργο τους. Εξού και οι πολιτικές δυνάμεις διαγκωνίζονται να αξιοποιήσουν πολιτικά τους αστέρες της τηλεθέασης. Αυτά είναι τα πρότυπα που διαχέονται στις μάζες.

Ποια μπορεί να είναι η λύση; Οι καθιερωμένες αρχές επικεντρώνονται σε στερεότυπα όπως η δεοντολογία, η αυτορρύθμιση, η ελευθερία των συντελεστών των «Μέσων», η ηθική τους δέσμευση, ο πλουραλισμός, η ακροαματικότητα και άλλα. Όλα όμως αυτά, που πρέπει να επισημάνω, είναι εναρμονισμένα με την προ-αντιπροσωπευτική λογική της νεοτερικής πολιτείας, δεν αποτελούν παρά τρόπους και μέσα που κατατείνουν στην διατήρηση της ιδιοποίησης του πολιτικού λόγου, του κράτους, το οποίο ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, στην καθυπόταξη του δημοσίου χώρου στο διατακτικό της οικονομικής αγοράς και στο ίδιον συμφέρον των τηλεκρατόρων. Εξού και οι ανωτέρω αρχές εστιάζουν το ενδιαφέρον τους με ακρίβεια στην κατοχύρωση της μιας και μοναδικής αρχής, που είναι η μη υπαγωγή των «Μέσων» στον κανόνα και στην κύρωση, η τοποθέτησή τους, με άλλα λόγια, υπεράνω του νόμου.

Ώστε, η μεταβολή του Μέσου Επικοινωνίας, από Μέσον Ενημέρωσης σε πεδίο της πολιτικής, εγείρει ένα μείζον ζήτημα πολιτικής δεοντολογίας που έχει να κάνει με την εναρμόνισή του και, κατ’επέκταση, με τη διαχείριση του πολιτικού λόγου με γνώμονα τη λογική και το συμφέρον της κοινωνίας, δηλαδή σύμφωνα με την ελευθερία της κοινωνίας, και όχι των συντελεστών των «Μέσων». Τα Μέσα Επικοινωνίας, αιτούμενα την εφαρμογή, ως προς αυτά, της αρχής της αυτορύθμισης, επιδιώκουν την εξαίρεσή τους από το όποιο κανονιστικό περιβάλλον θα άρμοζε στο δημόσιο συμφέρον. Στην πραγματικότητα επιδιώκουν να τοποθετηθούν περίπου ως η «Ανωτάτη Αρχή» του έθνους. Οπότε, από τη θέση αυτή, θα ήσαν εφεξής σε θέση να θέσουν την πολιτεία και, συνακόλουθα, την κοινωνία υπό αναγκαστική διαχείριση. Το αντιφατικό, εν προκειμένω, είναι ότι στην εξέλιξη αυτή, η ελευθερία του «Μέσου» αντιστρατεύεται την ελευθερία της κοινωνίας, αφού η μεταβολή του σε πραγματικό ιδιοκτήτη της πολιτικής οδηγεί στην υποχειρίαση του πολιτικού της λόγου.

Το δίλημμα επομένως είναι είτε να αποδεχθεί κανείς το παρόν σύστημα, προβάλλοντας την ηθική ευθύνη των συντελεστών του και, συνεπώς, να οδηγηθούμε σε ένα καθεστώς πραγματικής δεσποτείας, δηλαδή ιδιοκτησίας επί της κοινωνίας μέσω της πολιτικής, είτε να το αλλάξουμε. Η αλλαγή του συστήματος των «Μέσων» δεν συνεπάγεται την κατάργηση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, αλλά τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας του συστήματος από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου και, στην παρούσα φάση, την υπαγωγή της λειτουργίας τους στους κανόνες του δημοσίου χώρου. Το ζήτημα, σε κάθε περίπτωση, δεν εστιάζεται για την ώρα, στην αντιπροσωπευτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, αλλά στην εναρμόνιση των «Μέσων» με το δημόσιο συμφέρον.

Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι το πρόβλημα της διαχείρισης του πολιτικού λόγου από τα Μέσα Επικοινωνίας γεννάται και οξύνεται συν τω χρόνω με την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Διότι ο πολιτικός λόγος αποβαίνει η κυρίαρχη παράμετρος του συστήματος και όποιος τον ελέγχει, ελέγχει και το σύστημα. Προφανώς, δεν ενοχοποιείται η κοινωνία για την πολιτική της ανάπτυξη, αλλά το πολιτικό σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα των «Μέσων», που παραμένει δέσμιο του παλαιού καθεστώτος. Αν λοιπόν η ελευθερία του «Μέσου» δεν ισοσταθμίζεται με την ελευθερία της κοινωνίας, η επιλογή που έχει κανείς παύει να είναι διλημματική: αντί να αφήσει τον πολιτικό λόγο και την πολιτική δυναμική στην ιδιοκτησιακή ευχέρεια του τηλεκράτορα, επιλέγει την ελευθερία της κοινωνίας. Εκτιμώ εντούτοις ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι συσχετισμοί και, κατ’ επέπταση, η πολιτική ανάπτυξη της νεοτερικής κοινωνίας, δεν είναι ικανές να μεταβάλουν το σύστημα. Εξού και εκτιμώ ότι η επίλυση του προβλήματος θα έλθει από το μέλλον, με τη σταδιακή εξέλιξη του τεχνοδικτυακού συστήματος. Διακρίνουμε ήδη τα ίχνη της εξέλιξης αυτής, στο πλαίσιο της λειτουργίας του ίντερνετ, όπου διαχωρίζεται ρητώς η ιδιοκτησία του «Μέσου» από τον συντελεστή του λόγου. Ο τελευταίος ουδόλως ενδιαφέρεται για τον ιδιοκτήτη του ιντερνετικού συστήματος.

Στην παρούσα φάση, ωστόσο, θεωρώ ότι διατηρεί την επικαιρότητά του το σχήμα της πρότασης με την οποία είχα συνοδεύσει το 1989 ως Πρόεδρος της ΕΡΤ, την ιδέα για τη δημιουργία της πρώτης Ανεξάρτητης Αρχής, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και η οποία συνίσταται στα εξής:
– Να υιοθετηθεί ένας Συνταγματικός χάρτης των Μέσων Επικοινωνίας που θα ρυθμίζει τη θέσμιση και τη λειτουργία τους δυνάμει της αρχής ότι διαχειρίζονται το πεδίο της πολιτικής και ορίζουν, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου και την πολιτική εκπροσώπηση.
– Να μετεξελιχθεί η Ανεξάρτητη Αρχή, εν προκειμένω το Ε.Σ.Ρ., σε θεμελιώδη εναρμονιστικό θεσμό, επιφορτισμένο με την λειτουργία των «Μέσων», σύμφωνα με τις επιταγές του Συνταγματικού χάρτη και τη λογική του δημοσίου συμφέροντος.

Προφανώς, αναφέρομαι σε ένα άλλο σύστημα που αποκλείει την υποταγή της πολιτικής στο διατακτικό της αγοράς, στην οποία παραπέμπει επίσης η έννοια της αυτορύθμισης, που δεν εναποθέτει τη διαχείριση της πολιτικής στην ηθική δεοντολογία, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την υποταγή του συντελεστή του «Μέσου» στο σκοπό του πολιτικού συστήματος, δηλαδή στη λογική του δημοσίου χώρου. Έως τότε όμως δεν πρέπει να προκαλεί απορία το γεγονός της υποχειρίασης της γλώσσας στο σκοπό του συστήματος της ιδιοποίησης, που οδηγεί στη μεταβολή της πολιτικής σε θέαμα, σε προϊόν προς κατανάλωση από τους μεταλλαγμένους σε καταναλωτές πολίτες.

*Ο Καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης έχει διατελέσει Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Πρόεδρος-Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΡΤ ΑΕ και Υπηρεσιακός Υφυπουργός Τύπου και ΜΜΕ.

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail

Υστερόγραφα Team
Η δημοσιογραφική ομάδα των Υστερόγραφων... κάνει παιχνίδι