Για να είσαι άνθρωπος, πρέπει πρώτα να αγαπάς τα ζώα. Τα συγκινητικά λόγια του Φαήλου Κρανιδιώτη για το άλογό του

Μανώλης Κομνηνός
Posted on June 11, 2018, 8:47 pm
10 secs

 

Του Μανώλη Κομνηνού

 

Λένε ότι, για να είσαι άνθρωπος, πρέπει πρώτα να αγαπάς τα ζώα. Ειλικρινά. Μέσα από την καρδιά σου. Και να το δείχνεις.

Ο πρόεδρος της Νέας Δεξιάς Φαήλος Κρανιδιώτης βίωσε σήμερα τον πόνο μιας τέτοιας απώλειας, και με μια συγκινητική ανάρτηση στην προσωπική σελίδα του στο Facebook, είπε “αντίο” στο αγαπημένο άλογό του.

Η ανάρτηση του Φαήλου Κρανιδιώτη έχει ως εξής:

Για το άλογο μου…
Λες και το ήξερα σήμερα το πρωί, που ανέβασα μια φωτογραφία μας. Λίγες ώρες μετά έφυγε. Με ειδοποίησαν και πήγα στον Όμιλο. Πήγα στο πάντοκ, ήταν ξαπλωμένος και σκεπασμένος με τις κουβέρτες του. Σήκωσα την μία για να τον χαϊδέψω για τελευταία φορά. Τα μάτια του, ως το πρωί ήταν σαν σκούρες υγρές χάντρες. ¨Οταν τον ίππευα και του μιλούσα τέντωνε το ένα αυτί και κοιτούσε προς τα πίσω. Τώρα ήταν σβηστά, με την θαμπάδα που φέρνει ο θάνατος.
ΜΙκρός, 9-10 χρονών, είχα μονίμως ανοιχτούς τους δυο τόμους για τα κατοικίδια, από τον “Θαυμαστό κόσμο των ζώων” του Ντίσνεϋ και χάζευα με τις ώρες τα άλογα. Ανάμεσα τους ένα Όλντεμπουργκ, τα πιο μεγαλόσωμα άλογα ιππασίας στην Ευρώπη, από την Βορειοδυτική Γερμανία.
Ήρθε στα χέρια μου το 2001, ένα κακοποιημένο νεαρό άλογο, που μέτραγες τα παΐδια του. Πρέπει να τον είχαν χτυπήσει και στο στάβλο, γιατί τον πρώτο καιρό, μόλις σήκωνα το χέρι να τον χαϊδέψω, τιναζόταν σαν να τον χτύπησε ρεύμα.
¨Όταν πρωτοήρθε Αθήνα για πώληση, δεν τον είδα καν, η τιμή ήταν απαγορευτική. Ένα χρόνο μετά ήρθε από την Β. Ελλάδα ο μισός και με προέτρεψε ο φίλος μου και τότε προπονητής μου, ο Γιώργος Μεσσάρης, να τον πάρω. “Πάρτο να το σώσεις ρε, μην τον βλέπεις έτσι. θα τον ταΐσουμε, θα προπονηθεί και θα δέσει πάλι”, μου είπε όταν τον πρωτοείδα στον παλιό ΕΘ.Ι.Ο.Τ.
“Πώς είναι έτσι, από την Μπιάφρα ήρθε;”, είπα και τον χάϊδευα, μετρώντας κυριολεκτικά τα πλευρά του, ώσπου πηγαίνοντας με το χέρι προς τα πίσω, είδα το Όμικρον με την κορώνα, το τατουάζ με το έμβλημα της φυλής Όλντενμπουργκ.
Τον πήρα τροφεία, υποτίθεται δοκιμαστικά για ένα μήνα. Μόλις ανέβηκα πάνω είδα πως το άλογο ήταν αυτόματη μερσεντές. Πίεζα λίγο με το πόδι από δεξιά, πλαγιοβάδιζε αριστερά. Πίεζα από αριστερά, πλαγιοβάδιζε δεξιά. Έβγαινε γλυκά στον καλπασμό από στάση, έκανε εναλλαγές τα πάντα. Πήγα στο κάγκελο και είπα, αύριο vet control κι αν είναι όλα οκ, θα τον πάρω. Ήταν.
Τα περάσαμε όλα. Μόλις πάχυνε και δυνάμωσε βγήκαν όλα τα προβλήματα της κακοποίησης. Αρνιόταν να βγει από τον στάβλο. Μουλάρωνε στην μέση του στίβου και ήθελε να πάει πίσω. Δεν ήθελε να πάει όπου ήθελες και οπισθοβάδιζε κι αν επέμενες ΄έκανε ανόρθωση. Αρνιόταν να περάσει κάτω από το γεφυράκι για να πάμε στα Βασιλικά Κτήματα βόλτα.
Αρχίσαμε γλυκά και σταθερά. Χωρίς μαστίγιο, χωρίς φωνές, σταθερά και πάντα με ανταμοιβή. Τα ξεπεράσαμε όλα. Πηγαίναμε ατελείωτες βόλτες. Στον στάβλο πια καθόταν να τον χαϊδεύω σαν σκύλος. Πήγαινα καμμιά φορά, δεν του μίλαγα και του γυρνούσα την πλάτη. Ερχόταν και με σκουντούσε. Αδιάφορος τάχα εγώ, μου τράβαγε με το στόμα τα μανίκια, τον γιακά, μου φυσούσε από δεξιά κι αριστερά και χτυπούσε με την οπλή το κλειστό κάτω μισό της πόρτας, ακουμπούσε το κεφάλι του στον ώμο μου και με κοιτούσε με το μάτι του 10 πόντους από το δικό μου. Μέχρι να γυρίσω, να αγκαλιάσω τον λαιμό του, να χαϊδέψω την χαίτη του και να πειράζω τις αραιές τρίχες στο πηγούνι του.
Φίλος, σύντροφος και αγχολυτικό χωρίς παρενέργειες.Είχα μια αρχή που ακολουθούσα ευλαβικά. Όσο κουρασμένος, στεναχωρημένος, θυμωμένος κι αν ήμουν, ανέβαινα στην σέλα και ίππευα. Πάντα μα πάντα κατέβαινα ήρεμος και χαρούμενος. “There is no time spent on the saddle that can be considered lost” είχε πει ο Τσώρτσιλ, που ίππευε ως το βαθύ γήρας.
Πήρα πολλές αποφάσεις πάνω στην σέλα του, μετά την ηρεμία μιας μεγάλης βόλτας ή μιας προπόνησης στα εμπόδια. Αμέτρητες ιστορίες από ευτράπελα και συγκινητικά περιστατικά μαζί του, διότι ήταν τυπάς, χαρακτήρας.
Ποτέ δεν τον ίππευα με σπηρούνια και το μαστίγιο ήταν διακοσμητικό. Μόλις το σήκωνα λίγο, το έβλεπε με την περιφερειακή όραση και επιτάγχυνε. Γκάζι χωρίς ντίζα, χωρίς ηλεκτρονικά, τίποτε.
Την πρώτη φορά που πηδήξαμε εμπόδιο, αυτό ήταν. Αυτή η αίσθηση του καλπασμού και της αδρεναλίνης ήταν όλα τα λεφτά, το στοιχείο μας.
Ήταν καλός, ένα γλυκό τρυφερό αλογάκι. Τεράστιος αλλά τρυφερός και με χαρακτήρα. Του εμπιστεύτηκα την μεγάλη μου κόρη να κάνει μερικά μαθήματα μαζί του, όταν μεγάλωσε αρκετά. Πήδηξε και μερικά εμπόδια μαζί του. Κύριος. Η καρδιά μου χτύπαγε τρελά, γιατί ήταν ένα δυνατό αθλητικό άλογο, καμμία σχέση με την ρουτίνα των αλόγων της Σχολής αλλά ήταν άψογος.
Τον πήρα 5,5 ετών και έφτασε 23. Μια ζωή. Στις ατελείωτες βόλτες μας στα Βασιλικά Κτήματα και μετά την προπόνηση στον στίβο, καθώς κάναμε βάδην στην αποθεραπεία για το ξείδρωμα, του σιγοτραγουδούσα κι αυτός γύριζε το αυτί πίσω, με κοιτούσε με τις υγρές χάντρες των ματιών του και λύγιζε τον λαιμό του για να του δώσω ένα κομάτι καρότο ή κύβο ζάχαρη.
Τώρα θα βρίσκεται στους απέραντους ουράνιους λειμώνες, όπου πάνε τα όμορφα άλογα για να καλπάσουν στον ήλιο που δύει.
Ευχαριστώ Φαντεγκάκο μου, για τα 17 υπέροχα χρόνια, για την αδρεναλίνη αλλά και την γαλήνη, για τις στιγμές που έκλεινα τα μάτια μου για λίγο κι ένοιωθα την αρμονική κίνηση σου και την όμορφη μυρωδιά σου, για τους χιλιάδες καλπασμούς και τον τρυφερό σου τρόπο. Αντίο τεράστιο και πανέμορφο αλογάκι μου…

 

Μανώλης Κομνηνός
Ο Μανώλης Κομνηνός είναι δημοσιογράφος